Ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης κ. Τιμόθεος, το Σάββατο προ των Απόκρεω (Ψυχοσάββατο) 14 Φεβρουαρίου 2026, τέλεσε τη Θεία Λειτουργία στο Ιερό Μητροπολιτικό Παρεκκλήσιο – Κοιμητηριακό Ναό Κοιμήσεως Θεοτόκου Καρδίτσης.
Προ της απολύσεως, τέλεσε ιερό μνημόσυνο υπέρ αναπαύσεως πάντων των κεκοιμημένων ορθοδόξων χριστιανών, βασιλέων, πατριαρχών, αρχιερέων, ιερέων, ιερομονάχων, ιεροδιακόνων, μοναχών, μονασασσών, πατέρων, προπατόρων, πάππων, προππάπων, γονέων, τέκνων, αδελφών και συγγενών.
Ο Σεβασμιώτατος στην ομιλία του αναφέρθηκε στο μυστήριο του θανάτου και στην κοινή Ανάσταση των νεκρών, όπως αυτό αποκαλύπτεται από τον Κύριό μας Ιησού Χριστό και ερμηνεύεται μέσα από την Α΄ προς Θεσσαλονικείς Επιστολή του Αποστόλου Παύλου, από την οποία προήλθε και το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας, το ίδιο που αναγιγνώσκεται και στις εξοδίους ακολουθίες.
Τόνισε ότι ο Χριστός έχει δώσει απάντηση σε κάθε ερώτημα του ανθρώπου, ακόμη και στο πλέον συγκλονιστικό, το ερώτημα του θανάτου. Η διδασκαλία Του, που βιώνεται μέσα στην Εκκλησία δια της χάριτος του Αγίου Πνεύματος και προσφέρεται στους πιστούς ιδιαιτέρως μέσα από τα ιερά Μυστήρια και τη Θεία Κοινωνία, φωτίζει το τι ακολουθεί μετά την κοίμηση του ανθρώπου.
Ιδιαίτερη έμφαση έδωσε στο ότι η πίστη της Εκκλησίας δεν αφορά ανάσταση ψυχών, αλλά ανάσταση σωμάτων. Οι ψυχές είναι αθάνατες, αφού ο Θεός ενεφύσησε στον άνθρωπο «πνοήν ζωῆς» και του χάρισε μετοχή στο Είναι Του. Όταν, λοιπόν, ομιλούμε για ανάσταση νεκρών, εννοούμε τα σώματα που «ἐκ γῆς ἐλήφθησαν» και στη γη ενταφιάζονται. Αυτά τα σώματα θα αναστηθούν κατά τη Δευτέρα και ένδοξη Παρουσία του Κυρίου.
Ερμηνεύοντας τον λόγο του Αποστόλου Παύλου, υπογράμμισε ότι «ἐν κελεύσματι, ἐν φωνῇ ἀρχαγγέλου καὶ ἐν σάλπιγγι Θεοῦ» θα σημάνει η αρχή της Αναστάσεως. Ο Κύριος θα καλέσει πάντας και πρώτοι θα αναστηθούν οι «κεκοιμημένοι». Κατά τον ιερό Χρυσόστομο, πρώτος θα αναστηθεί ο δίκαιος Άβελ, ως ο πρώτος αδίκως φονευθείς, και στη συνέχεια θα ακολουθήσει η ανάσταση όλων των σωμάτων.
Όσοι θα βρίσκονται εν ζωή κατά την ώρα εκείνη «ἁρπαγησόμεθα ἐν νεφέλαις» και θα μεταμορφωθούν, λαμβάνοντας σώματα θεοειδή, κατά το πρότυπο του αναστημένου σώματος του Χριστού. Η αλλαγή αυτή θα γίνει «ἐν ῥιπῇ ὀφθαλμοῦ», με ταχύτητα ασύλληπτη για τα ανθρώπινα μέτρα.
Στη συνέχεια, συνέδεσε τη διδασκαλία αυτή με την πράξη της Εκκλησίας να τελεί μνημόσυνα υπέρ των κεκοιμημένων. Η Εκκλησία ενταφιάζει τα σώματα «ἐν φθορᾷ», με την ελπίδα της αφθαρσίας της Αναστάσεως. Προσεύχεται για τους κεκοιμημένους, διότι εκείνοι πλέον δεν δύνανται να προσευχηθούν για τον εαυτό τους, και εμπιστεύεται στον Κύριο της ζωής και του θανάτου την ανάπαυσή τους στη Βασιλεία Του.
Αναφέρθηκε ακόμη στους δικαίους της Παλαιάς Διαθήκης, οι οποίοι ανέμεναν την έλευση του Μεσσία. Ο Θεός προετοίμασε την ενσάρκωση του Υιού Του, ώστε να ενωθούν εν τω προσώπω του Χριστού τόσο οι δίκαιοι της Παλαιάς Διαθήκης όσο και οι πιστοί της Καινής. Εκείνοι ανέμεναν με ελπίδα τον Χριστό, ενώ οι χριστιανοί έλαβαν τη δυνατότητα να Τον ζήσουν μέσα στην Εκκλησία και να κοινωνούν το Σώμα και το Αίμα Του.
Ολοκληρώνοντας, κάλεσε τους πιστούς να μη ζουν «καθὼς οἱ λοιποὶ οἱ μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», αλλά με ακλόνητη πίστη στο γεγονός της Αναστάσεως. Η χριστιανική ζωή είναι πορεία ελπίδας και προσμονής της κοινής συναντήσεως με όλους τους δικούς μας και με όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς στη Βασιλεία του Θεού.
Ευχόμενος η χάρις του Θεού να ευλογεί τις οικογένειες των πιστών και να αναπαύει τους κεκοιμημένους αδελφούς, προέτρεψε το εκκλησίασμα να συμμετάσχει στο μνημόσυνο και στις μνημονεύσεις που θα ακολουθούσαν.
Μετά το πέρας της Θείας Λειτουργίας, ο Σεβασμιώτατος, τέλεσε ιερό Τρισάγιο επί τη συμπληρώσει ενός έτους από την προς Κύριον εκδημία του μακαριστού Πανιερωτάτου Μητροπολίτου Νεοχωρίου κυρού Παύλου (Αθάνατου).
