- Μητροπολίτου Ναυπάκτου καί Ἁγίου Βλασίου Ἱεροθέου
Εὐχαριστῶ θερμότατα τόν Σεβ. Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης κ. Ἀλέξιο γιά τή πρόσκλησή του νά ἔλθω μετά ἀπό πολλά χρόνια στήν Κόνιτσα, καί μάλιστα αὐτήν τήν σημαντική ἡμέρα τῆς ἑορτῆς τοῦ ἁγίου Παϊσίου τοῦ Ἁγιορείτου, πού δόξασε τήν Ἐκκλησία μέ τήν ζωή του, τούς λόγους του, τά θαύματά του, τήν προσευχή του. Πρέπει εἰσαγωγικά νά ὑπογραμμίσω ὅτι ὀφείλω πολλά στόν ἅγιο Παΐσιο, ἀφοῦ, οἱ λόγοι του μέ κράτησαν σέ περίοδο μεγάλων πειρασμῶν, καί νά ὁμολογήσω δημοσίως, χωρίς νά τό ἐξηγήσω, ὅτι τό ὅτι εἶμαι Μητροπολίτης τό ὀφείλω σέ αὐτόν, διότι μοῦ ἔδωσε σοφές συμβουλές.
Γι’ αὐτό καί ἀπό τό ἔτος 2004, δηλαδή δέκα χρόνια ἀπό τήν κοίμησή του, πρίν 22 χρόνια, ὑπέβαλα αἴτηση ἁγιοκατατάξεώς του στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη κ. Βαρθολομαῖο, καί ἀπό τότε μέχρι τήν ἀνακοίνωση τῆς ἁγιοκατατάξεώς του ἔστειλα ἐπανειλημμένως γράμματα, προκειμένου νά ἐπιβεβαιωθῆ αὐτό πού ὅλοι τό γνωρίζουμε ὅτι ἦταν ἅγιος, δηλαδή ἦταν δοχεῖο τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, φορεύς τῆς Χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Μέσα σέ αὐτήν τήν προοπτική θά ἤθελα νά σᾶς παρουσιάσω, σέ ἕνα σύντομο χρονικό διάστημα, τίς ἐντυπώσεις μου ἀπό τίς συναντήσεις πού εἶχα μαζί του.
1. Ἡ γνωριμία μας
Ἄκουσα γι’ αὐτόν ἀπό τά μαθητικά μου χρόνια στά Γιάννενα, γιατί ὡς Γιαννιώτης δεχόμουν μερικές πληροφορίες ἀπό τήν ἀσκητική του ζωή στήν Κόνιτσα. Ἔπειτα, ἡ μητέρα μου ἦταν φίλη μέ τήν Καίτη Πατέρα, μιά εὐλαβέστατη κυρία, συμμαθήτρια τοῦ ἁγίου Παϊσίου ἐδῶ στήν Κόνιτσα, πού ἦταν πάντοτε προσευχόμενη, καί κυρίως λειτουργική ὕπαρξη, καί μιλοῦσε γι’ αὐτόν.
Ἀλλά οἱ βασικές μου πληροφορίες προέρχονται ἀπό τήν Κόνιτσα, καί, μάλιστα, ἀπό τόν ἀδελφό του Λουκᾶ Ἐζνεπίδη, ὅταν ἦλθα ἐδῶ, μετά τήν ἐκλογή τοῦ πνευματικοῦ μου πατέρα στά Γιάννενα π. Σεβαστιανοῦ σέ Μητροπολίτη Δρυϊνουπόλεως, Πωγωνιανῆς καί Κονίτσης. Ἔμεινα μαζί μέ τόν Σεβασμιώτατο τήν πρώτη ἑβδομάδα στήν Κόνιτσα στό Ἐπισκοπεῖο, μετά τήν ἐνθρόνισή του, ἀλλά καί ἐρχόμουν ἐπανειλημμένως, ὡς φοιτητής τῆς Θεολογικῆς Σχολῆς Θεσσαλονίκης, καί ἄκουγα γιά τόν ἀσκητή π. Παΐσιο πού ἀσκεῖτο, πρίν λίγα χρόνια, στήν Ἱερά Μονή Στομίου Κονίτσης μέ τά πολλά περιστατικά, κυρίως γιά τήν συνάντησή του μέ τίς ἀρκοῦδες, καί ἔπειτα ἔφυγε γιά τήν Ἱερά Μονή τοῦ Σινᾶ, καί στήν συνέχεια πῆγε στό Ἅγιον Ὄρος. Ἦταν τότε τό ἔτος 1967, ὅταν ἐπισκέφθηκα τήν Ἱερά Μονή Στομίου, ἀπό τήν ὁποία εἶχε ἀναχωρήσει, τό ἔτος 1962, ὁ π. Παΐσιος.
Ἔπειτα, ὅταν τό ἔτος 1971 χειροτονήθηκα διάκονος καί τό ἑπόμενο ἔτος 1972 Πρεσβύτερος εἶχα τήν πρώτη συνάντηση στό Ἅγιον Ὄρος. Τόν ἀγάπησα καί μέ ἀγάπησε, ἔπαιξε ρόλο καί τό ὅτι ἤμουν Ἠπειρώτης, τό ὅτι γνώριζα τόν ἀδελφό του Λουκᾶ, ὅτι εἶχα ἐπισκεφθῆ ἀπό τότε τήν Ἱερά Μονή Στομίου, καί ἐπί πλέον τό ὅτι ἔμενα μαζί στήν Μητρόπολη Ἐδέσσης, Πέλλης καί Ἀλμωπίας μέ τόν ἅγιο Καλλίνικο, μέ τόν ὁποῖο εἶχαν ἀλληλοσεβασμό, ὡς δύο νεοφανεῖς Ἅγιοι. Μάλιστα, γιά τόν ἅγιο Καλλίνικο ἔλεγε ὅτι δέν εἶχε γνωρίσει ἕως τότε ἁγιότερο Ἐπίσκοπο.
Μάλιστα, ὕστερα ἀπό μιά ἐπιστολή πού τοῦ ἔστειλα, ἦλθε ὁ ἅγιος Παΐσιος στήν Ἔδεσσα, καί ἡ συνάντηση μέ τόν Μητροπολίτη ἅγιο Καλλίνικο ἦταν συγκλονιστική. Ὁ ἅγιος Παΐσιος ἔπεσε κάτω γιά νά τοῦ ἀσπαστῆ τά πόδια του καί ὁ ἅγιος Καλλίνικος ὑποχώρησε καί ἔσκυψε χαμηλά γιά νά τόν σηκώση καί νά τό ἀσπαστῆ. Ἐκτυλίχθηκε μπροστά μου μιά εἰκόνα συναντήσεως ἑνός ἁγίου Ἐπισκόπου καί ἑνός ἁγίου Μοναχοῦ, παρόμοια συνάντηση, τηρουμένων τῶν ἀναλογιῶν, μεταξύ τοῦ Μεγάλου Ἀθανασίου καί τοῦ Μεγάλου Ἀντωνίου.
Ἔτσι, ἔμενα στό Ἐπισκοπεῖο μέ ἕναν ἅγιο Μητροπολίτη, τόν ἅγιο Καλλίνικο, καί μέ δική του εὐλογία, ἐπισκεπτόμουν ἁγίους ἱερομονάχους καί μοναχούς, ὅπως τόν ἅγιο Παΐσιο, τόν ἅγιο Ἐφραίμ τόν Κατουνακιώτη καί τόν ἅγιο Σωφρόνιο τοῦ Ἔσσεξ. Ἤμουν ἕνα μπαλάκι πίγκ-πόγκ μεταξύ τριῶν μεγάλων συγχρόνων Ἁγίων! Ἀπορῶ πῶς δέν συνετρίβηκα! Ἀλλά οἱ Ἅγιοι δέν συντρίβουν, ὁμοιάζουν σάν τά ἠλεκτροφόρα σύρματα, μέσα ἀπό τά ὁποῖα περνᾶ ὑψηλή τάση ρεύματος πού μπορεῖ νά κινήση τεράστιες μηχανές ἐργοστασίων, ἀλλά πού δέν πειράζει ἕνα μικρό πουλάκι πού κάθεται ἐπάνω τους! Οἱ ἅγιοι ἔχουν τόση μεγάλη ἐνέργεια τοῦ Θεοῦ μέσα τους καί εἶναι πολύ εὐαίσθητοι στούς πιό τρομαγμένους ἀνθρώπους καί τούς μεγαλύτερους ἁμαρτωλούς.
Καί τό σπουδαῖο εἶναι ὅτι ὅταν ἐπέστρεφα στήν Ἔδεσσα ἀπό τήν συνάντηση μέ τούς ἁγίους αὐτούς, ὁ ἅγιος Καλλίνικος μέ περίμενε καί μέ παρακαλοῦσε νά τοῦ διηγηθῶ τί μοῦ εἶπαν, ὥστε καί αὐτός νά ὠφεληθῆ. Τί μεγάλη ταπείνωση, εὐαισθησία καί ἐκκλησιαστικό φρόνημα μεταξύ μεγάλων ἁγίων πού εἶχαν διαφορετικά χαρίσματα μέσα στήν Ἐκκλησία, ἀλλά τήν ἴδια ἁγιασμένη ζωή. Ἔτσι, ἡ γνωριμία μου μέ τόν ἅγιο Παΐσιο ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν ζωή μου καί ἀκόμη μέχρι σήμερα θυμᾶμαι λόγους του πού μοῦ εἶπε, καί οἱ ὁποῖοι μέ στήριξαν στήν ζωή μου, μέχρι τώρα.
2. Συνεχεῖς συναντήσεις μας
Θυμᾶμαι ὅταν ἔγινα μοναχός καί πῆγα στήν Ἱερά Νέα Σκήτη, γιά νά προετοιμασθῶ γιά τήν χειροτονία μου σέ διάκονο, συνάντησα ἕναν Σέρβο μοναχό, τόν π. Γεώργιο Βίτκοβιτς καί τόν ρώτησα τί πρέπει νά κάνω γιά νά σωθῶ, ἐνῶ θά ἐργάζομαι στόν κόσμο. Ἐκεῖνος μοῦ εἶπε νά μάθω τήν εὐχή, τό «Κύριε, Ἰησοῦ Χριστέ, Υἱέ τοῦ Θεοῦ, ἐλέησόν με» καί νά πηγαίνω 2-3 φορές τόν χρόνο στό Ἅγιον Ὄρος, προφανῶς γιά νά συναντῶ ἁγίους ἀσκητές καί νά μέ καθοδηγοῦν στήν πνευματική μου ζωή. Αὐτό προσπάθησα νά τό τηρήσω.
Ἔτσι, τουλάχιστον τρεῖς φορές τόν χρόνο πήγαινα στό Ἅγιον Ὄρος, ὄχι γιά νά ἐπισκεφθῶ τίς Βιβλιοθῆκες τῶν Ἱερῶν Μονῶν, οὔτε γιά νά θαυμάσω τήν ὀργιάζουσα φύση τοῦ Ἁγίου Ὄρους, οὔτε νά ξεκουρασθῶ ἀπό τήν ποιμαντική διακονία, ἀλλά γιά νά συναντῶ ἁγίους ἀσκητές καί ἐρημῖτες, πού ζοῦσαν τήν προφητική ζωή μέσα στήν ἁπλότητά τους, καί νά τούς ὑποβάλλω τό ἐρώτημα: «Ἀββᾶ, εἰπέ ρῆμα πῶς σωθῶ». Δέν ρωτοῦσα τίποτε ἄλλο, οὔτε γιά τά πολιτικά καί κοινωνικά πράγματα, οὔτε γιά τούς αἱρετικούς, οὔτε γιά τήν ἐκκλησιαστική ζωή, οὔτε γιά τόν Ἀντίχριστο, ἀλλά γιά τό τί πρέπει νά κάνω γιά νά συναντήσω τόν Θεό. Καί αὐτοί ἄνοιγαν τήν θεοφιλῆ καρδία τους καί μέ ἔτρεφαν μέ τήν τροφή τῆς ψυχῆς τους, ἄκουγα λόγο προφορικό.
Ἔτσι προῆλθε τό πρῶτο βιβλίο «Μιά βραδιά στήν ἔρημο τοῦ Ἁγίου Ὄρους», πού ἔγινε best seller σέ ἐπανειλημμένες ἐκδόσεις καί μεταφράσεις σέ 28 γλῶσσες.
Μεταξύ αὐτῶν τῶν ἀσκητῶν πού συναντοῦσα ἦταν καί ὁ ἅγιος Παΐσιος, ἀπό τό 1974 μέχρι τήν κοίμησή του, περίπου εἴκοσι χρόνια. Τόν συναντοῦσα στήν Καλύβη τοῦ Τιμίου Σταυροῦ, ἀργότερα στήν Καλύβη τῆς Παναγούδας, στήν Ἱερά Μονή Σταυρονικήτα, σέ ἄλλες Μονές ὅπου τόν ἀναζητοῦσα, ἤτοι τήν Ἱερά Μονή τοῦ Ἁγίου Γρηγορίου (ὅπου διασώζεται καί ἡ σχετική φωτογραφία), τήν Ἱερά Μονή τῆς Σίμωνος Πέτρας, περπάτησα μαζί του γιά τέσσερεις ὧρες, ἀπό τήν Ἱερά Μονή Σίμωνος Πέτρας μέχρι τήν Παναγούδα στίς Καρυές, καί ἄκουγα τίς θεόσοφες διδαχές του, μιά φορά μέ κράτησε στήν Παναγούδα νά κοιμηθῶ τό βράδυ, καί τόν ἄκουγα ὅλη τήν νύκτα νά μπαίνη καί νά βγαίνη ἀπό τήν Καλύβη καί τό πρωί στίς 3 ὥρα μοῦ κτύπησε τό δωμάτιο γιά νά κάνουμε κομποσχοίνι σέ διαφορετικά κελλιά. Αὐτές ἦταν ὧρες ἀλησμόνητες. Καί μιά φορά μέ περίμενε σέ ἕνα ξέφωτο, παρακολουθώντας τήν πορεία μου καί μέ φώναξε μέ τήν λεπτή του φωνή, νά ἀκολουθήσω ἕνα μονοπάτι πού ἦταν μπροστά μου γιά νά τόν συναντήσω, ὅπου παρέμεινε γιά πολλές ὧρες κάτω ἀπό τά μεγάλα δένδρα γιά νά μέ καθοδηγῆ, σέ δύσκολη περίοδο τῆς ζωῆς μου, μετά τήν κοίμηση τοῦ Γέροντός μου ἁγίου Καλλινίκου. Καί ἐκείνη ἡ συνάντηση ἦταν προφητική γιά τήν μετέπειτα ἐξέλιξη στήν ζωή μου.
Θά ἀναφέρω ἐνδεικτικά μερικά περιστατικά ἀπό τίς συναντήσεις μας.
Ἡ πρώτη συνάντηση δέν ἔγινε σωματικά ἀλλά ἦταν συνάντηση μέ τόν ἔξυπνο, ταπεινό καί πυρφόρο λόγο του, πού ἔδειχνε τόν τρόπο μέ τόν ὁποῖο ζοῦσε. Πήγαμε μέ μιά συντροφιά παιδιῶν τοῦ κατηχητικοῦ Σχολείου. Ἔξω ἀπό τήν πόρτα τοῦ φράκτη εἴδαμε τήν γνωστή ἐπιγραφή μέ τήν ὁποία μᾶς προέτρεπε νά γράψουμε τά ὀνόματά μας καί θά προσευχόταν γιά μᾶς καί θά μᾶς ὠφελοῦσε περισσότερο ἀπό ὅ,τι μέ τίς «πολυλογίες» του, ἀπολαύσαμε τό λοκούμι πού μᾶς εἶχε ἀφήσει, καί κυρίως γιά ὥρα πολλλή συζητήσαμε πάνω σέ μιά φράση πού ἦταν γραμμένη μέ κιμωλία σέ ἕνα βραχάκι. Ἔγραφε περίπου τά ἑξῆς, ὅπως διασώζονται στήν μνήμη μου: «Μέ συγχωρεῖτε πού ἀπουσιάζω, ἀλλ’ ὑπάγω ἵνα ἡμερέψω καί ὕστερα νά ἐπιστρέψω στόν ζωολογικό μου κῆπο». Καταλήξαμε μέ τήν συζήτηση ὅτι οἱ περισσότεροι πού τόν ἐπισκέπτονταν τό ἔκαναν ἀπό περιέργεια, ὅπως τό κάνουν οἱ ἐπισκέπτες τοῦ ζωολογικοῦ κήπου. Πιθανόν νά ὑπῆρχε καί ἡ ἔννοια τῆς αὐτομεμψίας, πού εἶναι ἡ μεγάλη ἀρετή τῶν ἁγίων. Ἀπό ὅλο τό προσκύνημά μας στό Ἅγιον Ὄρος, αὐτό μᾶς ἔκανε ἰδιαίτερη ἐντύπωση.
Μιά σημαντική συνάντηση μαζί του ἔγινε τό ἔτος 1977.
Στήν ἀρχή μοῦ μίλησε γιά τήν ἀρχοντική ἀγάπη τοῦ Θεοῦ πρός τούς ἀνθρώπους καί πρός ὅλη τήν κτίση. Μάλιστα μοῦ εἶπε ὅτι «ὁ Θεός εἶναι ἄρχοντας ἀκόμη καί στόν διάβολο, ἀλλά ἐκεῖνος δέν μπορεῖ νά τό καταλάβη. Τελικά, ὁ Θεός στριμώχνει τόν διάβολο».
Τόν ρώτησα γιά τήν οὐσία τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Μοῦ εἶπε ὅτι «ὁ μοναχός δέν ἔχει δικαιώματα, γιατί αὐτά ἀνήκουν στόν Θεό». Μοῦ εἶπε ὅτι πρέπει νά ἀναπτύξουμε τήν ἐσωτερική ζωή καί νά μή στεκόμαστε στήν ἐπιφάνεια. Ἀναφέρθηκε ἰδιαίτερα στό νά ζοῦμε τήν δικαιοσύνη τοῦ Θεοῦ: «Δέν φθάνει μόνον ἡ καθαρότητα τοῦ σώματος, ἀλλά καί ἡ βίωση τῆς δικαιοσύνης. Ὁ δίκαιος, ἀλλά καί ὅσοι ἀδικοῦνται εἶναι πραγματικά παιδιά τοῦ Θεοῦ». Ὁ Μοναχισμός ἔχει κέντρο τόν Θεό καί τήν σχέση μαζί Του. Εἶπε: «Ἄν πάω σέ ἕνα στρατόπεδο καί τούς πῶ τί εἶναι ὁ μοναχισμός, τότε ὅλοι θά θέλουν νά γίνουν μοναχοί. Ἀλλά, ἐάν ἔρθουν ἐδῶ στό Ἅγιον Ὄρος, στήν ἀρχή θά τούς ἐνθουσιάσουν οἱ πολυέλαιοι πού ψάλλονται στόν Ναό, ἔπειτα ὅμως θά θεωροῦν ὡς καλύτερα τά μπουζούκια. Ἔτσι, στήν καρδιά βρίσκεται ἡ οὐσία τοῦ Μοναχισμοῦ. Ἔχουμε εὐθύνη γιά τήν νέα γενιά νά τούς διδάξουμε τόν ἀληθινό Μοναχισμό». Ἐπειδή γνώριζε τήν ἀξία τῆς ὑπακοῆς εἶπε: «Ὁ κάθε Γέροντας θά δώση λόγο στόν Θεό ἀνάλογα μέ τήν ὑπακοή πού τοῦ κάνουν τά πνευματικά του παιδιά». Φυσικά, ἡ ὑπακοή δέν εἶναι μιά τυραννική ἐπιβολή τοῦ Γέροντα στούς ὑποτακτικούς του, ἀλλά πρέπει νά γίνεται μέ ἐλευθερία, γι’ αὐτό τονισε: «Οἱ μοναχοί, ὅταν ἔχουν Γέροντα πού τούς δίνει ἐλευθερία, ἔχουν μεγάλη εὐθύνη». Ἀνέφερε καί τό ὅτι μερικοί μοναχοί δέν ἐνδιαφέρονται γιά τήν πνευματική τους προκοπή, ἀλλά ἐπιδίδονται σέ κτίσματα. Ὅμως «οἱ μοναχοί δέν πρέπει νά κτίζουν πολλά, ἀλλά ἁπλῶς νά διορθώνουν τά ὑπάρχοντα γιά τίς ἀνἀγκες τους». Εἶπε: «Σήμερα ἔχουμε κελλιά καί κοιλιά»!
Ὁ λόγος, κατά φυσικό τρόπο, στράφηκε στήν νοερά προσευχή πού εἶναι ἡ οὐσία τῆς μοναχικῆς ζωῆς. Διατύπωσε τήν διδασκαλία ὅτι ἡ προσευχή βγαίνει ὡς πηγή ἀπό καρδιά ἡ ὁποία ἀγαπᾶ τόν Θεό ἤ πονάει. «Εὐχή δέν εἶναι νά εὔχεται κανείς ἁπλῶς, οὔτε μόνον νά ἔχουμε καθαρό νοῦ καί νά μή δεχόμαστε λογισμούς, ἀλλά κυρίως νά ἀρχίση νά λειτουργῆ ἡ καρδιά». Νά αἰσθάνεται κανείς νά λειτουργῆ αὐτό τό «μηχανάκι τῆς καρδιᾶς». Ὅμως, «ἄλλο εἶναι ἡ καρδιά καί ἄλλο τό θέλημα».
Γιά τό τί εἶναι ἡ καρδιά, μοῦ ἀνέφερε ἕνα χαριτωμένο περιστατικό, σύμφωνα μέ τό ὁποῖο ἕνας Ἄγγλος, χωρίς νά ξέρη ἑλληνικά καί κυρίως ἀπό περιέργεια, τόν ἐπισκέφθηκε γιά νά τόν ρωτήση γιά τό τί εἶναι ἡ καρδιά γιά τήν ὁποία γράφουν οἱ Πατέρες τῆς Ἐκκλησίας. Ὁ π. Παΐσιος, βλέποντας ὅτι δέν εἶχε πραγματικές ἀναζητήσεις, τοῦ εἶπε: «Μέ τά ἀγγλικά πού ξέρω ἐγώ καί τά ἑλληνικά πού ξέρεις ἐσύ δέν μποροῦμε νά βροῦμε οὔτε τό μέρος τῆς σαρκικῆς καρδιᾶς»!
Τόν ρώτησα γιά τήν διάκριση μεταξύ νοῦ καί λογικῆς. Μοῦ τό ἐξήγησε μέ ἕνα ἁπλό παράδειγμα: «Ἡ λογική ὁμοιάζει σάν τόν μοῦστο καί τό κρασί, ἐνῶ ὁ καθαρός νοῦς σάν τό ἀποσταγμένο τσίπουρο». Τόν ρώτησα γιά τόν πονοκέφαλο πού ἐρχεται ἀπό τήν προσπάθεια αὐτοσυγκέντρωσης γιά τήν εὐχή. Μοῦ εἶπε ὅτι, ὅταν κανείς προσπαθῆ νά συγκεντρωθῆ στήν εὐχή καί ἔρχεται πονοκέφαλος, τότε «αὐτός ὁ πονοκέφαλος στήν προσευχή δείχνει τό φιλότιμο, ὁπότε ὁ Θεός βλέπει τήν προσπάθεια τοῦ φιλότιμου παιδιοῦ καί τό εὐλογεῖ. Τοῦ λέει “μή κουράζεσαι, στό δίνω αὐτό πού ζητᾶς”». Ἐπίσης, εἶπε ὅτι πρέπει κανείς νά ξέρη ὅτι, «ὅταν οἱ ἄλλοι γογγύζουν δίκαια ἐναντίον μας, αὐτό δέν βοηθάει στήν προσευχή».
Μοῦ εἶπε πολλά καί σοφά λόγια γιά τήν πνευματική ζωή, διότι ἡ προσευχή ἀναπτύσσεται στό εὔκρατο κλίμα τῆς ἐκκλησιαστικῆς πνευματικῆς ζωῆς. Γιά παράδειγμα εἶπε: «Ἡ ἀριθμητική τοῦ Θεοῦ εἶναι διαφορετική ἀπό τήν ἀριθμητική τῶν ἀνθρώπων. Τό 4 γιά τόν Θεό εἶναι ἄριστα, ἐνῶ τό 9 δέν εἶναι ἄριστα». Καί στήν ἐρώτησή μου πῶς ἐξηγεῖται αὐτό, εἶπε: «Ὅταν κανείς παίρνη 2 χαρίσματα ἀπό τόν Θεό καί τά διπλασιάζη (4) παίρνει ἄριστα, ἐνῶ ἐκεῖνος πού ἔλαβε 5 χαρίσματα καί ἀντί νά τά διαπλασιάση (10) τά ἔκανε 9 δέν πῆρε τό ἄριστα». Ἐπίσης, μοῦ εἶπε ὅτι μερικές φορές «οἱ λογισμοί ἀπιστίας προέρχονται ἀπό ὑπερβολική ἄσκηση», καθώς ἐπίσης «ὅπου χρησιμοποιεῖ κανείς τήν φαντασία μπορεῖ νά πέση καί σέ αἵρεση καί νά βλάψη ὅλη τήν Ἐκκλησία».
Τόν ρώτησα γιά τήν κατά Χριστό σαλότητα. Μοῦ ἀνέφερε τήν περίπτωση τοῦ π. Εὐθυμίου πού ζοῦσε στήν περιοχή τῆς Μεγίστης Λαύρας, τόν ὁποῖο ἐκτιμοῦσε καί θαύμαζε πολύ καί ἦταν σέ «ὑψηλό ἐπίπεδο πνευματικῆς ζωῆς», ὅτι ὅταν πῆγε στήν Μονή Μεγίστης Λαύρας, προκειμένου νά κρύψη τήν «ἀρετή του» προφασίσθηκε μέ φωνές καί διαμαρτυρίες ὅτι τό φαγητό πού τοῦ ἔβαλαν δέν ἦταν καλό, γιά νά μή φάγη, καί ἐπίσης πετοῦσε τά καθαρά σεντόνια ἀπό τό κρεββάτι, ἕως ὅτου τόν ἔβαλαν σέ ἕνα ὑποδεέστερο δωμάτιο. Καί συμπλήρωσε μέ χιοῦμορ: «Σήμερα ἀφοῦ εἴμαστε σαλοί (στά μυαλά), γιατί νά γίνουμε (κατά Χριστόν) σαλοί;».
Γιά νά μέ βοηθήση πνευματικά σέ σχετικές ἐρωτήσεις πού τοῦ ἔκανα μοῦ εἶπε πολλά περιστατικά ἀπό τήν μοναχική του ζωή στήν Ἱερά Μονή Στομίου Κονίτσης, πῶς ὁ διάβολος ἤθελε νά τόν γκρεμίση, τήν συνάντησή του μέ τίς ἀρκοῦδες, τό πῶς ἀντιμετώπισε τόν πειρασμό τοῦ σώματος, ἀλλά καί διάφορες ἱστορίες ἀπό τήν ἄσκησή του στό Σινᾶ, τά ὁποῖα ἔχουν καταγραφῆ σέ βιβλίο πού ἔγραψε ὁ ἀείμνηστος Ἱερομόναχος Ἰσαάκ γιά τόν π. Παΐσιο.
3. Πῶς εἶδα τόν ἅγιο Παΐσιο
Ἀπό τίς συναντήσεις μου μέ τόν ἅγιο Παΐσιο εἶδα τήν φανέρωση τοῦ Θεοῦ ἐπάνω του, συνάντησα τήν συνύπαρξη τοῦ Προφήτου, τοῦ Ἀποστόλου καί τοῦ ὁσίου τῆς ἐρήμου. Εἶχε μεγάλα φυσικά προσόντα καί χαρίσματα, ὅπως ἐξαιρετική εὐφυΐα, ἀρχοντικό τρόπο ἔκφρασης, ἦταν ἄρχοντας τῆς πνευματικῆς ζωῆς, εἶχε ἀπέραντη φιλοτιμία, εὐγένεια ψυχῆς καί σώματος καί πολλά ἄλλα.
Διέκρινα, ὅμως, μεταξύ τῶν ἄλλων, τρία θαυμάσια γνωρίσματα, ἤτοι θεόπτης, μέ ὁρμή καί πόθο γιά τόν Θεό, μικρό παιδί μέ τήν καθαρότητα καί ἁπλότητα τῆς καρδίας, καί μαγνήτης ἕλξεως τῶν ἀνθρώπων.
Ἡ μορφή τοῦ ἁγίου Παϊσίου καί ἡ ἐπικοινωνία μαζί του, μαζί καί μέ ἄλλους θεουμένους πατέρες πού μέ ἀξίωσε ὁ Θεός νά γνωρίσω στήν ζωή μου, ἦταν καί εἶναι μιά σημαντική παρουσία στήν ζωή μου. Ἠταν ἕνας φωτισμένος ἀπό τόν Θεό ἄνθρωπος, ἕνας ἀσκητής-ἀναχωρητής τοῦ 4ου αἰῶνος πού ἔζησε στόν δικό μας αἰώνα. Ταυτόχρονα, ὅμως, ἦταν ἕνας πατέρας καί ἀδελφός, μέ διάκριση, σύνεση καί χιοῦμορ. Ἔλεγε ὑψηλές ἀλήθειες μέ πολύ ἔξυπνο καί χαριτωμένο τρόπο καί ἔλεγε ἁπλά παραδείγματα μέ πολύ βαθύ περιεχόμενο. Δέν ἔκανε οὔτε τόν δάσκαλο οὔτε τόν μοναχό, ἐνῶ ἦταν καί ἀληθινός δάσκαλος καί πραγματικός μοναχός, ἕνας ἀληθινος ἄνθρωπος, ἄνθρωπος τοῦ Θεοῦ, πού δίδασκε μέ τήν προσευχή, τήν σιωπή, τό χιοῦμορ, τήν ἀγάπη, τήν αὐτομεμψία καί τήν διακριτική καί ἔξυπνη συμβουλή.
Θά μοῦ ἐπιτρέψετε νά σᾶς ἀναφέρω σέ μεταγλώττιση, μερικά ἀπό ὅσα ἔγραψα στήν αἴτηση πού ἀπέστειλα στόν Οἰκουμενικό Πατριάρχη γιά τήν ἁγιοκατάταξή του. Ἀφοῦ ἔγραψα τά γνωρίσματα τῶν ἁγίων, ἔπειτα εἶπα:
«Τέτοιον ἅγιο ἔχουμε γνωρίσει στίς μέρες μας, κατά τίς ὁποῖες πολλοί ψευδο-προφῆτες ἐμφανίστηκαν ἀπό Ἀνατολή καί Δύση καί πλανοῦν πολλούς, καί μάλιστα ἐκλεκτούς, σύμφωνα μέ τά μέτρα αὐτοῦ τοῦ κόσμου “καί διά τό πληθυνθῆναι τήν ἀνομίαν”, ἐψύγη “ἡ ἀγάπη τῶν πολλῶν”, ὅπως εἶπε καί ὁ Κύριος Ἰησοῦς (Ματθ. κδ΄ 11 -12). Καί ἔτσι καταθέτουμε τήν μαρτυρία μας γι’ αὐτόν.
Ἀναφερόμαστε σέ αὐτόν πού εὐλογήθηκε ἐκ κοιλίας τῆς μητρός του ἀπό μακάριο ἄνδρα, τόν ὅσιο πατέρα μας Ἀρσένιο, τόν Καππαδόκη, καί πού προσφέρθηκε μέ τά τίμια καί ἅγια χέρια του στόν Θεό ἀπό τήν βρεφική ἡλικία, καί ἐπί πλέον ἔλαβε τό ὄνομα καί τήν χάρη του καί ὁ ὁποῖος ἀπό τήν νεότητά του (ἔστρεψε) ὅλον τόν πόθο του πρός τόν Θεό καί ἔτσι ἔζησε μέ ἁγιότητα, καί μέ ἁγιότητα, ἀλλά καί μέ μαρτύριο ἐκοιμήθη, (ἀναφερόμαστε) στόν πατέρα Παΐσιο τόν Ἁγιορείτη, πού ἀσκήτεψε στήν Κόνιτσα, στό ἁγιώνυμο Ὄρος, στό θεοβάδιστο ὄρος Σινᾶ καί πάλιν στό Ἅγιον Ὄρος. Αὐτός ἔζησε κοινοβιακή, ἰδιόρρυθμη, ἡσυχαστική, ἐρημική καί σκητιώτικη ζωή σ’ ὅλο τό πλάτος καί τό βάθος αὐτῶν τῶν τρόπων ζωῆς καί ἀνῆλθε σέ ὕψος θεοπτίας καί ἔτσι ἔλαβε μεγάλη πείρα, καθοδηγώντας μέ διακριτικό καί ἀπλανῆ τρόπο ὅλους, καί τούς ἐγγάμους καί τούς ἀγάμους, καί τούς νέους καί τούς μεσήλικες καί τούς γέροντες καί τούς ἀναρχικούς καί τούς εὐλαβεῖς στήν μοναχική πολιτεία καί στήν ζωή, σύμφωνα μέ τις ἐντολές τοῦ Χριστοῦ.
Αὐτός, ὅπως ὅλοι διαβεβαιώνουν μέ γραπτές καί προφορικές μαρτυρίες, ἦταν φίλος τοῦ Χριστοῦ, τέκνον τοῦ Θεοῦ, κατοικητήριο ἱερό καί τίμιο τοῦ Παντάνακτος Βασιλέως τῆς δόξης, φίλος καί θεατής τῶν ἁγίων, ἔχοντας χρισθῆ ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, ἔχοντας βιώσει τόν σταυρό τῆς ἄσκησης καί τοῦ μαρτυρίου τῆς συνειδήσεως καί τῆς ἀγάπης, ἀφιερωμένος ὁλοκληρωτικά στόν Θεό, καθώς καί υἱός τοῦ φωτός καί θεοδίδακτος θεατής τῶν μυστηρίων καί ἐκφραστής τους, βυθισμένος στήν ταπείνωση καί τήν μετάνοια, μέ μεγάλη ἀγάπη γιά τήν ἄσκηση πέρα ἀπό τίς ἀνθρώπινες δυνάμεις, θεατής τοῦ κάλλους τοῦ Θεοῦ, κρατώντας τά ἀρώματα τοῦ θείου Πνεύματος μέσα στό εὔθραυστο σῶμα του καί ἐν ὀλίγοις “καταφρονητής τῶν κάτω καί κάτοικος προσωρινός ὡς σέ ξένον τόπο, ἀγαπώντας μέ πάθος τά ἄνω καί θεώμενος αὐτά, καί πολίτης τῆς ἐρήμου”».
«Ἔπαθε τά θεῖα, δηλαδή ἔφθασε στήν θέωση, ὁ εὐλογημένος αὐτός ἄνθρωπος καί ἔμαθε τά θεῖα. Εἶχε ἐμπειρία καί αὐτός, ὅπως καί ὅλος ὁ χορός τῶν ἁγίων καί ὁσίων Πατέρων, τῆς ἀναβάσεως μέ τήν κατά Θεόν ἡσυχαστική νηπτική μέθοδο, δηλαδή τήν “πρακτικήν φιλοσοφίαν” τήν “φυσικήν θεωρίαν” καί “μυστικήν θεολογίαν”, καί ἔφθασε κατ’ αὐτόν τόν τρόπο σέ μεγάλη τελειότητα, ὅπως ὁρίζει μέ τρόπο σοφό τήν πορεία αὐτή τῶν θεουμένων ὁ θεῖος Μάξιμος ὁ Ὁμολογητής. Ἔμαθε ἐπίσης τί σημαίνει αὐτό τό ὁποῖο ἔγραψε ὁ ὅσιος πατήρ ἡμῶν Νικόδημος ὁ Ἁγιορείτης σχετικά μέ τήν Φιλοκαλία τῶν ἱερῶν νηπτικῶν, ὅτι δηλαδή “μέ τήν ἠθική φιλοσοφία στήν πράξη καί στήν θεωρία ὁ νοῦς καθαρίζεται, φωτίζεται καί τελειώνεται”. Διότι αὐτή ἡ ἡσυχαστική μέθοδος εἶναι ἀπόδειξη τῆς ὑπάρξεως μέσα σέ αὐτόν τῆς ἀκτίστου Χάριτος, ἡ ὁποία διακρίνεται καθαρά ἀπό κάθε ἐνέργεια ἄλλης φύσεως. Καί κατ’ αὐτόν τόν τρόπο ὁ ἱερός αὐτός Πατέρας μέ τήν μέθεξη τῆς καθαρτικῆς, φωτιστικῆς καί θεοποιοῦ ἐνεργείας τοῦ Θεοῦ, εἶδε μέ τρόπο ἀόρατο, ἄκουσε μέ τρόπο ἀνήκουστο, μετέσχε μέ τρόπο ἀμέθεκτο τοῦ ἁγίου Τριαδικοῦ Θεοῦ. Πράγματι, ἡ ἀπλανής αὐτή μέθοδος τόν κατέστησε, ὅπως καί ὅλους αὐτούς πού ἀγωνίζονται, φίλο Χριστοῦ. Ὁ ὅσιος αὐτός μοναχός εἶναι πραγματικός ἡσυχαστής καί νηπτικός, ὁ ὁποῖος πάλεψε ὡς ἄλλος Ἰακώβ μέ τόν Θεό, μέ τήν τήρηση τῶν ἐντολῶν, γι’ αὐτό καί “ἀληθῶς Ἰσραηλίτης, ἐν ᾧ δόλος οὐκ ἔστι” (Ἰω. α΄, 48), εἶναι δυνατόν νά χαρακτηρισθῆ, ἐπειδή μέ τήν βοήθεια τοῦ Θεοῦ ὑπερίσχυσε, ἐπειδή ἔβλεπε τόν Θεό καί ἐθεᾶτο ὑπό τοῦ Θεοῦ, διά τῆς θεωρίας “γιατί ἡ πράξη εἶναι πράγματι ἡ βάση τῆς ἀληθινῆς θεωρίας ἤ ὅρασης τοῦ ἀκτίστου φωτός, γιά νά τό ποῦμε ἀκριβέστερα, ἡ ὁποία ἀποτελεῖ τό μοναδικό δεῖγμα τῆς ἀληθινά εὔρωστης ψυχῆς”, κατά τόν ἁγιορείτη ἅγιο Γρηγόριο Παλαμᾶ».
«Ὁ βίος τοῦ μακαρίου (αὐτοῦ) μοναχοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτυπώθηκε ὅσο εἶναι δυνατόν σέ αὐτό τό βιβλίο, εἶναι μάθημα ζωντανῆς Θεολογίας, Χριστολογίας, Ἐκκλησιολογίας καί Ἐσχατολογίας. Ὁ εὐλογημένος αὐτός ἄνθρωπος πολέμησε “πρός τάς μεθοδείας τοῦ διαβόλου … πρός τάς ἀρχάς, πρός τάς ἐξουσίας, πρός τούς κοσμοκράτορας τοῦ σκότους τοῦ αἰῶνος τούτου, πρός τά πνευματικά τῆς πονηρίας ἐν τοῖς ἐπουρανίοις” (Ἐφ. στ΄, 11-12), ἀπονέκρωσε τελείως τά πάθη τῆς σαρκός μέ προσευχές καί νηστεῖες καί ἀγρυπνίες πολλές, εἶδε τόν Χριστό μέσα στήν δόξα Του, εἶδε τήν Θεοτόκο καί τούς ἁγίους, συνομίλησε μαζί τους καί γεύθηκε τά δῶρα τά ὁποῖα τοῦ χάρισαν, εἶδε ἀγγέλους καί τόν φύλακά του ἄγγελο καί δέχθηκε ἀπό αὐτούς φιλάνθρωπη διακονία, ἐπειδή αὐτοί (οἱ ἄγγελοι) εἶναι πνεύματα διακονικά πού διακονοῦν τούς ἀνθρώπους μέ σκοπό τήν σωτηρία τους, γνώρισε τά ἔσχατα ἀπό αὐτήν τήν ζωή, εἶχε ἐμπειρία τῆς εἰς τούς οὐρανούς Ἐκκλησίας μέ τό μεταμορφωμένο σῶμα του, ἀκόμα ἀπό τήν κοίμησή του, ἡ ὁποία εἶναι συγχρόνως μαρτυρική καί ὁσιακή, μακάρια πράγματι τελείωση, διότι “δέν ὑπάρχει, βέβαια, γιά τούς δούλους τοῦ Θεοῦ θάνατος, ὅταν ἀποδημοῦν ἀπό τό σῶμα τους καί διαμένουν κοντά στόν Θεό, ἀλλά μετακίνηση ἀπό τά πιό λυπηρά πρός τά πιό εὐχάριστα καί εὐάρεστα, καί ἀνάπαυση καί χαρά”. Γιατί αὐτός ἀφιερώθηκε σέ μεγάλο βαθμό στήν διακονία τῶν ἀδελφῶν του, ἐφ’ ὅσον, “ὅποιος ἀγαπᾶ τόν Θεό ἀγαπᾶ καί τόν κόπο”, κατά τόν ὅσιο Μάρκο τόν Ἀσκητή, ἀλλά εἶναι καί “φιλάνθρωπος”, κατά τόν ἅγιο Μάξιμο τόν Ὁμολογητή, ἀσκώντας, ἄν καί μοναχός, ποιμαντική διακονία, μέ πλήρη σεβασμό πρός τόν ἱερό θεσμό τῆς Ἐκκλησίας, ἀπαλλάσσοντας τούς ἀσθενεῖς ἀπό τίς δαιμονικές ἐπιδράσεις πού ἐνεργοῦν μέσα στούς λογισμούς, στίς ἐπιθυμίες καί στά σώματά τους• καθιστώντας εὐθεῖς τούς δρόμους διέλευσης τοῦ Κυρίου στίς καρδιές τῶν ἀνθρώπων, ἐπιτελώντας κάθε εἴδους ἰάσεις καί διδάσκοντας τά μυστήρια τοῦ Πνεύματος σέ αὐτούς πού ἐπιθυμοῦν νά μετάσχουν σέ αὐτά. Ὁ θεοδίδακτος λόγος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ ἀσκητοῦ, ὁ ὁποῖος ἔχει ἐκδοθῆ σέ τέσσερεις τόμους ἀπό τό Ἱερό Ἡσυχαστήριο τοῦ Ἁγίου Ἰωάννου τοῦ Θεολόγου στήν Σουρωτή, εἶναι μνημεῖο ἀνθρώπου πού μεταμορφώθηκε ἀπό τό ἄκτιστο θεῖο Φῶς».
«Αὐτός εἶναι γιά ὅλους, ἀπό ἀγάπη πρός τόν Θεό καί μέ τρόπο ἔνθεο καί σύμφωνα μέ τό θέλημα τοῦ Θεοῦ καί ἀποσκοπώντας στήν ἕνωσή του μέ τόν Θεό, ἀδελφός, πατέρας, μαργαρίτης, ζύμη, ὕδωρ, ἄρτος, πόμα ζωῆς, πηγή ζωντανή καί παλλόμενη πού κυλάει (πού ἀναβρύζει), ποταμός πού ρέει πνευματικά λόγια καί λόγια θείας ζωῆς, λαμπάδα, κλίνη, παστάδα, νυμφώνας, διότι εἶχε μέσα στήν καρδιά του καί σέ ὅλο τό σῶμα του τόν Δεσπότη τῶν ὅλων».
Σεβασμιώτατοι καί ἀγαπητοί παρόντες
Ὁ ἅγιος Παΐσιος εἶναι τό καύχημα τῆς οἰκουμένης, βλαστός τῆς Καππαδοκίας, δένδρο ἀγλαόκαρπο τῆς Κονίτσης, εἶναι ἡ χαρά καί ἡ παρηγοριά μας, ὁ ἀδελφός καί πατέρας μας, ἀλλά καί γενναῖος πολεμιστής στήν Ναυπακτία, ὁ ἐπίγειος καί οὐράνιος, ὁ ἄνθρωπος καί ὁ ἄγγελος, τό καρποφόρο δένδρο καί τό εὐῶδες ἄνθος, ὁ ἀλείπτης καί παρηγορητής μας, ὁ πιστός μάρτυς καί οὐράνιος πρεσβευτής μας.
Νά ἔχουμε τίς πρεσβεῖες του.
*Ὁμιλία στό Δημαρχεῖο τῆς Κονίτσης, τήν 12 Ἰουλίου 2026
