Ι.Μ. Ναυπάκτου και Αγίου Βλασίου
16 Σεπτεμβρίου, 2026

Ναυπάκτου Ιερόθεος: Η προσωκρατική φιλοσοφία και η δυτική σκέψη

Διαδώστε:

Ὅταν γίνεται λόγος γιά προσωκρατική φιλοσοφία ἐννοεῖται ἡ περίοδος πού ἐκτείνεται ἀπό τόν 6ο αἰῶνα π.Χ. μέχρι τήν ἐμφάνιση τοῦ Σωκράτη στά μέσα καί τέλη τοῦ 5ου αἰῶνα π.Χ. Πρόκειται γιά μιά βραδεία σταδιακή ἐξέλιξη ἀπό τήν μυθική ἀντίληψη στήν ὀρθολογιστική σκέψη.

1. Ἡ σημασία τῆς προσωκρατικῆς φιλοσοφίας

Πρίν τόν 6ο αἰῶνα ἐπικρατοῦσε ἡ μυθολογία, ἀπό τόν 6ο ἕως τέλη τοῦ 5ου αἰῶνος ἐπικρατεῖ ἡ προσωκρατική φιλοσοφία, ἀπό τήν ὁποία δίνεται προτεραιότητα στήν φύση καί τόν λόγο, κατά τόν 5ο αἰῶνα, μέ τήν ἐμφάνιση τοῦ Σωκράτη, δόθηκε προτεραιότητα στόν ἄνθρωπο, δηλαδή στράφηκε τό ἐνδιαφέρον ἀπό τήν φύση στήν ἠθική φιλοσοφία, ὁπότε ἀρχίζει ἡ λεγομένη Ἀττική φιλοσοφία μέ τόν Σωκράτη, τόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη. Τό σημαντικό εἶναι ὅτι ὅλοι σχεδόν οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι εἶναι Ἴωνες καί ἡ προσωκρατική φιλοσοφία ἀναπτύσσεται στά παράλια τῆς Μικρᾶς Ἀσίας καί τήν Κάτω Ἰταλία, καί μόνον κατά τό τέλος τοῦ 5ου αἰῶνος καί τόν 4ο αἰῶνα π.Χ. κέντρο τῆς φιλοσοφικῆς σκέψης γίνεται ἡ Ἀθήνα.

Οἱ προσωκρατικοί φιλόσοφοι εἶναι «οἱ τό πρῶτον φιλοσοφήσαντες διά τό θαυμάζειν (ἀπορεῖν)». Ἀσχολήθηκαν μέ τήν κοσμολογία, τήν ἀρχή τῶν ὄντων, ἀλλά ἔθεσαν καί ἠθικά καί ὀντολογικά προβλήματα, ὅταν μιλοῦσαν μερικοί ἀπό αὐτούς γιά τό ὄν.

Ὁ Πλάτων, ὁ Ἀριστοτέλης, ὁ Πλούταρχος διέσωσαν ἀποσπάσματα ἀπό τούς προσωκρατικούς. Οἱ πληροφορίες πού μᾶς δίνει ὁ Πλάτων γι’ αὐτούς εἶναι μονόπλευρες, ὁ Ἀριστοτέλης ἔκανε συστηματική ἀνάλυση τῶν παλαιοτέρων ἀπό αὐτόν φιλοσοφικῶν θεωριῶν, ἀναφέρονται στούς φιλοσόφους αὐτούς, τό ἴδιο ἔκαναν καί οἱ μεταγενέστεροι, ὅπως ὁ Θεόφραστος.

Ὁ Ἀριστοτέλης θεώρησε ὅτι ὁ ἀνθρωπισμός τοῦ Σωκράτη ὑπῆρξε τομή στήν ἱστορία τῆς φιλοσοφίας, χωρίς νά χαρακτηρίση τούς προηγούμενους ὡς προσωκρατικούς, πού ἔγινε ἀργότερα. Θεώρησε ὅτι οἱ φιλόσοφοι πρίν τόν Σωκράτη ἀσχολήθηκαν περισσότερο μέ τήν φυσική φιλοσοφία καί τήν κοσμολογία, παρά μέ τήν ἠθική, ὅτι αὐτοί ἀποκάλυψαν τίς ὑλικές ἀρχές καί τά κινητικά αἴτια τῶν φυσικῶν φαινομένων, ὅμως δέν μπόρεσαν νά συλλάβουν τά δομικά στοιχεῖα τῶν πραγμάτων, τίς ἀξίες καί τούς σκοπούς τους.

Γνωρίζουμε ὅτι διασώθηκαν μόνον ἀποσπάσματα ἀπό τά κείμενα τῶν προσωκρατικῶν, ἔτσι ὅσα γνωρίζουμε γι’ αὐτούς εἶναι ἀπό ἔμμεσες μαρτυρίες καί κριτικές μεταγενεστέρων συγγραφέων. Γιά παράδειγμα, ἀπό τόν Παρμενίδη σώθηκε τό ποίημα «περί φύσεως» μέ 163 ἑξάμετρους στίχους, ἐνῶ ἀπό τόν Ἡράκλειτο σώζονται στούς μεταγενέστερους 139 συνοπτικά ἀποσπάσματα. Οἱ σύγχρονες ἔρευνες καί μελέτες ἔδωσαν τήν δυνατότητα νά ἀξιοποιηθῆ ἀκόμη καλύτερα τό φιλοσοφικό τους ἔργο.

Οἱ προσωκρατικοί ἀντέταξαν τόν ὀρθό λόγο καί τήν ἴδια τήν φύση στίς μυθικές παραδόσεις πού ἐπικρατοῦσαν πρίν ἀπό αὐτούς. Ἐπικεντρώθηκαν στήν ἑρμηνεία τοῦ κόσμου, δίνοντας τόν προσδιορισμό τῆς ἀρχῆς καί τῆς δομῆς του. Εἶναι χαρακτηριστικό ὅτι πολλά ἀπό τά ἔργα τους φέρουν τόν τίτλο «περί φύσεως». Ἐνῶ πρίν ἀπό αὐτούς ἐπικρατοῦσε ὁ μυθολογικός χαρακτήρας, οἱ προσωκρατικοί ἐπεχείρησαν νά ἐξηγήσουν τήν δημιουργία καί τήν ὑφή τοῦ κόσμου, βασιζόμενοι στήν παρατήρηση καί στίς δυνάμεις τοῦ νοῦ καί τοῦ λόγου.

Οἱ ἄξονες στούς ὁποίους περιστρέφεται ἡ προσωκρατική φιλοσοφία εἶναι τέσσερες. Πρῶτον, παρά τήν φαινομενική ἀταξία καί πολλαπλότητα στήν φύση ἐν τούτοις ὑπάρχει τάξη, ἑνότητα καί σταθερότητα. Δεύτερον, αὐτή ἡ σταθερότητα ὀφείλεται στήν θεμελιώδη οὐσία ἀπό τήν ὁποία προῆλθε ὁ κόσμος. Τρίτον, αὐτή ἡ πρωταρχική οὐσία βασίζεται σέ φυσικά αἴτια καί ὄχι σέ ὑπερφυσικά ἤ μεταφυσικά. Τέταρτον, τά φυσικά αὐτά αἴτια διερευνῶνται ἀπό τόν ἄνθρωπο μέ τρόπο ὀρθολογιστικό, χρησιμοποιώντας τήν λογική του.

Ἡ προσωκρατική φιλοσοφία ἔπαιξε σημαντικό ρόλο στήν μετέπειτα ἀνάπτυξη τῆς Ἀττικῆς φιλοσοφίας, τῆς λεγομένης κλασσικῆς μεταφυσικῆς (Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης), διότι ἀπό αὐτήν ἀρύονται οἱ ἀττικοί φιλόσοφοι στοιχεῖα γιά νά συγκροτήσουν τό φιλοσοφικό σύστημά τους γιά τόν Θεό, τόν κόσμο καί τόν ἄνθρωπο.

Ἀκόμη, ἡ προσωκρατική φιλοσοφία εἶναι σημαντική, διότι, ἀντίθετα ἀπό τήν ἀττική ἤ μεταφυσική φιλοσοφία, ἡ ὁποία ἐπηρέασε τόν μετέπειτα σχολαστικισμό (11ος -13ος αἰῶνας μ.Χ.), αὐτή ἐπηρέασε καί ἐπηρεάζει τούς νεωτέρους χρόνους, μέ τόν ποικιλόμορφο Διαφωτισμό, τόν Γερμανικό ἰδεαλισμό, τόν Ὑπαρξισμό καί ἄλλες φιλοσοφικές θεωρίες πού ἐπικρατοῦν σήμερα στόν Εὐρωπαϊκό χῶρο.

Ἑπομένως, ὡς ὀρθόδοξοι θεολόγοι γιά νά καταλάβουμε τήν σύγχρονη εὐρωπαϊκή σκέψη καί νά διαλεχθοῦμε μαζί της πρέπει νά γνωρίζουμε πέρα ἀπό τήν σχολαστική θεολογία, πού στηρίχθηκε στόν Πλάτωνα καί τόν Ἀριστοτέλη, καί τήν προσωκρατική φιλοσοφία, τουλάχιστον τίς βασικές της ἀρχές.

2. Οἱ «ὁμάδες» ἤ «Σχολές» τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων

Δέν εἶναι εὔκολο νά χωρίση κανείς τούς προσωκρατικούς φιλοσόφους σέ «σχολές», «ὁμάδες» καί «κατηγορίες», γιατί ὑπάρχουν ἀλληλεπιδράσεις μεταξύ τους. Ὅμως, σέ γενικές γραμμές μπορεῖ νά κατηγοριοποιηθοῦν, ἀνάλογα μέ τά κεντρικά σημεῖα τῆς διδασκαλίας τους. Μποροῦμε νά τούς χωρίσουμε σέ ἕξη «ὁμάδες».

Πρώτη «ὁμάδα» εἶναι οἱ Ἴωνες φιλόσοφοι, δηλαδή ὁ Θαλῆς ὁ Μιλήσιος (624-546 π.Χ.), ὁ Ἀναξίμανδρος ὁ Μιλήσιος (611-545 π.Χ.) καί ὁ Ἀναξιμένης ὁ Μιλήσιος (585-525 π.Χ.). Ὁ δεύτερος ἦταν μαθητής τοῦ πρώτου καί ὁ τρίτος ἦταν μαθητής τοῦ δευτέρου. Οἱ φιλόσοφοι αὐτοί ἐρευνοῦν ποιό εἶναι τό στοιχεῖο πού ἀποτελεῖ τήν οὐσία τῶν ὄντων, ὁπότε ἡ βασική ἀρχή τοῦ Θαλῆ τοῦ Μιλήσιου εἶναι ὅτι «οὐδέν ἐξ οὐδενός», τίποτε δέν προέρχεται ἀπό τό μηδέν. Ἔτσι, ὁ Θαλῆς ὑποστήριζε ὅτι τό πρωταρχικό στοιχεῖο τῶν ὄντων εἶναι τό ὕδωρ, ἀφοῦ οἱ ὀργανισμοί δέν μποροῦν νά ζήσουν χωρίς νερό• ὁ Ἀναξίμανδρος ὑποστήριζε ὅτι ἡ πρώτη ἀρχή τῶν ὄντων εἶναι τό ἄπειρο μέ μιά ἀσαφῆ ἔννοια, προφανῶς ἔπειδή ἔβλεπε τόν οὐράνιο κόσμο μέ τά ἀστέρια• καί ὁ Ἀναξιμένης θεωροῦσε ὡς ἀρχή τῶν ὄντων τόν ἀέρα, ἀφοῦ οἱ ὀργανισμοί δέν μποροῦν νά ζήσουν χωρίς νά ἀναπνέουν.

Δεύτερη ὁμάδα προσωκρατικῶν φιλοσόφων εἶναι οἱ Πυθαγόρειοι φιλόσοφοι μέ κύριον ἐκφραστή τους, τόν Πυθαγόρα τόν Σάμιο (580-496 π.Χ.). Ὁ Πυθαγόρας γεννήθηκε στήν Σάμο, μαθήτευσε στόν Θαλῆ τόν Μιλήσιο, πῆγε στήν Αἴγυπτο, ἐκεῖ αἰχμαλωτίστηκε ἀπό τούς Πέρσες καί μεταφέρθηκε στήν Βαβυλώνα, καί ἀπό ἐκεῖ, διά τῆς Σάμου, πῆγε στίς ἀποικίες τῆς Κάτω Ἰταλίας, στόν Κρότωνα, ὅπου ἵδρυσε Σχολή. Ὁ Πυθαγόρας ἀσχολήθηκε μέ τά μαθηματικά, τήν γεωμετρία καί τήν μουσική, καί θεωροῦσε ὅτι ὅλα τά ὄντα ἔχουν κάποια σχέση μεταξύ τους, ἡ ὁποία καθορίζεται ἀπό τήν ἀριθμητική. Θεωροῦσε ὅτι ἡ ἀρχή τῶν ὄντων δέν ἦταν μιά συγκεκριμένη οὐσία, ἀλλά οἱ ἀριθμοί, οἱ ὁποῖοι σέ ἀντίθεση μέ ὅλα τά φθαρτά τῆς φύσης, δέν ὑπόκεινται σέ γένεση καί φθορά.

Τρίτη «ὁμάδα» ἤ «σχολή» εἶναι ἡ λεγομένη ὀντολογική, στήν ὁποία ἀνήκουν οἱ φιλόσοφοι πού ἀσχολοῦνται μέ τό ἀνώτατο Ὄν, καί τό γίγνεσθαι. Στήν ὁμάδα αὐτή ἀνήκουν οἱ Ἐλεάτες φιλόσοφοι, οἱ ὁποῖοι ἔδρασαν στήν Ἐλέα τῆς Κάτω Ἰταλίας, μέ πρωταγωνιστική μορφή τόν Παρμενίδη (520-440 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ὑποστήριζε ὅτι τό ἀνώτατο «εἶναι» εἶναι σταθερό καί ἀμετάβλητο, δέν κινεῖται. Ὁ Ἡράκλειτος ὁ Ἐφέσιος (544-484 π.Χ.) εἶναι συνομίληκος τοῦ Παρμενίδη, ἀπέρριψε τά πρωταρχικά στοιχεῖα τοῦ κόσμου πού θεωροῦσαν οἱ Μιλήσιοι (ὕδωρ, ἄπειρο, ἀέρα) καί θεώρησε ὡς πρωταρχικό στοιχεῖο τό πῦρ. Ἐπίσης, θεωροῦσε ὅτι τό ἀνώτατο «εἶναι»-Ὄν δέν εἶναι σταθερό, ἀλλά κινεῖται, δηλαδή εἰσήγαγε τήν ἔννοια τοῦ «γίγνεσθαι», τήν διαρκῆ μεταβολή, ὅτι τά πάντα στήν φύση μεταβάλλονται, ὅλα ὑπόκεινται στήν διαρκῆ ροή τῆς γενέσεως καί τῆς φθορᾶς. Σέ αὐτήν τήν κατηγορία ὑπάγεται ὁ Ἐμπεδοκλῆς ὁ Ἀκραγαντίνος (495-435 π.Χ.), ὁ ὁποῖος συνδύασε τίς φιλοσοφίες τῶν Ἰώνων φιλοσόφων μέ τούς ἐλεατικούς φιλοσόφους, καί θεωροῦσε ὅτι εἶναι τέσσερα τά στοιχεῖα ἀπό τά ὁποῖα προέρχονται τά ὄντα στόν κόσμο, ἤτοι τό ὕδωρ (τοῦ Θαλῆ), τόν ἀέρα (τοῦ Ἀναξιμένη), τό πῦρ (τοῦ Ἡρακλείτου) καί (τήν) γῆ (τοῦ Ἀλκμαίωνα). Ἐπίσης, ἐπινόησε τίς ὑπερβατικές δυνάμεις, τήν Φιλία καί τό Νείκος πού κάνουν κάθε φορά τήν ἀνάμειξη.

Τέταρτη «ὁμάδα» ἤ «σχολή» τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων ἦταν οἱ λεγόμενοι ἀτομικοί φιλόσοφοι, τῆς ὁποίας σημαντικός ὑπῆρξε ὁ Λούκιππος ὁ Αὐδηρίτης (ἤ Μιλήσιος) (494-420 π.Χ.) καί ὁ Δημόκριτος (460-370 π.Χ.), ὁ ὁποῖος ξεκινώντας ἀπό τήν διαλεκτική ἀντίθεση μεταξύ Παρμενίδη καί Ἡρακλείτου ὡς πρός τό «εἶναι» καί τό «γίγνεσθαι», διέκρινε τήν ἔννοια τοῦ ὄντος ἀπό τήν ἔννοια τοῦ μή ὄντος. Οἱ φιλόσοφοι αὐτοί ταύτισαν τό ὄν μέ τά ἄτομα καί τό μή ὄν μέ τόν κενό χῶρο μεταξύ τῶν ἀτόμων. Ὑποστήριζαν ὅτι τά ἄτομα βρίσκονται σέ διαρκῆ κίνηση, λόγῳ τοῦ κενοῦ χώρου, ἀλλά δέν αἰτιολογοῦν τήν προέλευση τῆς κίνησης. Μέ τούς ἀτομικούς φιλοσόφους εἰσάγεται γιά πρώτη φορά ἡ ἔννοια τοῦ κενοῦ χώρου, ἀπό φιλοσοφική ἔννοια, πού ἀπασχόλησε πολύ τούς ἀρχαίους Ἕλληνες καί τούς δίχασε.

Πέμπτη «ὁμάδα» ἤ «σχολή» ἦταν ἡ λεγομένη νοολογική ἤ τελολογική σχολή. Ἐδῶ σημαντικό ρόλο παίζει ὁ Ἀναξαγόρας ὁ Κλαζομένιος (500-425 μ.Χ.) πού ὑποστήριζε ὅτι ἡ ὕλη δέν ἀποτελεῖται ἀπό τέσσερα ἁπλά στοιχεῖα, ὅπως δίδασκαν οἱ προηγούμενοι φιλόσοφοι, ἀλλά ἀπό ποικιλία σωματιδίων, ἀρχικῶν οὐσιῶν, πού ἀποτελοῦν ἑνώσεις. Αὐτή ἡ θεωρία τοῦ Ἀναξαγόρα μᾶς θυμίζει τίς ἀντιλήψεις τῶν χημικῶν ἐπιστημόνων τῆς νεότερης ἐποχῆς, οἱ ὁποῖοι κάνουν λόγο γιά χημικές ἑνώσεις. Συγχρόνως, ὑποστήριζε ὅτι ἡ αἰτία πού συνθέτει τά στοιχεῖα σέ ἑνώσεις εἶναι ὁ Νοῦς πού εἶναι ἡ κινητική ἀρχή. Κατά τόν Ἀναξαγόρα τόν Κλαζομένιο, ὁ Νοῦς εἶναι Θεῖος, εἶναι τό λεπτότατο καί καθαρότατο ἀπό ὅλα τά ὄντα καί διαφέρει ἀπό τά ὑλικά στοιχεῖα. Ὅλα τά ὄντα προέρχονται ἀπό τόν Νοῦ καί καταλήγουν σέ αὐτόν.

Ἡ ἕκτη «ὁμάδα» ἤ «σχολή» τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων εἶναι οἱ λεγόμενοι σοφιστές, στούς ὁποίους σημαντική θέση κατέχει ὁ Πρωταγόρας ὁ Ἀβδηρίτης (490/480 – 411/410 π. Χ.). Οἱ σοφιστές δέν ἦταν Ἀθηναῖοι, ἀλλά ἔδρασαν κυρίως στήν Ἀθήνα. Ἡ διδασκαλία τους ἦταν ἀθεϊστική καί διακρίνονταν γιά τόν σχετικισμό καί τόν ὑποκειμενισμό, καί γι’ αὐτό προκάλεσαν μεγάλη ἀναστάτωση στήν ἀθηναϊκή κοινωνία. Μαζί μέ τήν ἀθεΐα καί τόν σχετικισμό χρησιμοποιοῦσαν καί τήν ρητορική γιά νά ἀνατρέπουν κάθε ἀπόλυτη ἀλήθεια. Ὁ Πρωταγόρας ὡς ἀλήθεια προέβαλε τίς δικές του ἀπόψεις, τήν δική του κοσμοθεωρία καί χρησιμοποιοῦσε τήν διαλεκτική γιά νά καταβάλη, νά νικήση κάθε ἀντίπαλο συνομιλητή του. Χαρακτηριστικό εἶναι τό βιβλίο του μέ τίτλο: «Ἀλήθεια ἤ καταβάλλοντες». Βασική του ἀρχή εἶναι τό «πάντων χρημάτων μέτρον ἄνθρωπον εἶναι», πού σημαίνει ὅτι ἀφοῦ ὁ κάθε ἄνθρωπος εἶναι μέτρο τῶν πάντων, τελικά δέν ὑπάρχει κοινό μέτρο, ὁ καθένας ἔχει τήν δική του ἀλήθεια, καί δέν ὑπάρχει βάση συνεννόησης.

Ἑπομένως, ἡ προσωκρατική περίοδος ἀρχίζει μέ τούς Ἴωνες φιλοσόφους καί τελειώνει μέ τούς σοφιστές, ἄν καί μερικοί τονίζουν ὅτι τελειώνει μέ τόν Δημόκριτο, ὁπότε καί ἀρχίζει ἡ λεγομένη «ἀττική περίοδος», ἡ κλασική μεταφυσική (Σωκράτης, Πλάτων, Ἀριστοτέλης). Ὅπως φαίνεται τόν 4ο αἰῶνα π.Χ. ἡ φιλοσοφία ἀπό τίς Ἑλληνικές ἀποικίες (Ἰωνία καί Κάτω Ἰταλία) ἔρχεται στήν Ἀθήνα, πού ἀποτελεῖ τό φιλοσοφικό κέντρο της. Ὁ Σωκράτης διδάσκει στήν Ἀθήνα τήν περίοδο πού ἔδρασαν καί οἱ σοφιστές.

Τά ὅσα ἐγράφησαν εἶναι πολύ συνοπτικά καί δέν καλύπτουν ὅλες τίς ἀπόψεις τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων, ἀλλά δίνουν τό στίγμα τό ὁποῖο τούς χαρακτήριζε.

3. «Οἱ θεμελιωτές τῆς δυτικῆς σκέψης»

Στήν εἰσαγωγή τόνισα ὅτι ὅλοι οἱ νεώτεροι φιλόσοφοι στήν Εὐρώπη, ἀλλά καί οἱ Ἐπιστήμονες στηρίχθηκαν κυρίως στούς προσωκρατικούς φιλοσόφους, οἱ ὁποῖοι διακρίνονταν βασικά γιά τήν ἀθεΐα, τό ὄν, τό γίγνεσθαι, τήν αἰτία τῶν ὄντων, τά ἄτομα καί τήν σοφιστεία (θυμίζουν τόν διαφωτισμό). Τό βιβλίο τοῦ Κωνσταντίνου Βαμβακᾶ, μέ τίτλο «οἱ θεμελιωτές τῆς δυτικῆς σκέψης» καί ὑπότιτλο «ἕνας διαχρονικός παραλληλισμός μεταξύ προσωκρατικοῦ στοχασμοῦ, φιλοσοφίας καί φυσικῆς ἐπιστήμης», εἶναι σημαντικό.

Τό βιβλίο μέ τήν βιβλιογραφία καί τό εὑρετήριο θεμάτων καί ἐννοιῶν ἀνέρχεται πάνω ἀπό 600 σελίδες μεγάλου μεγέθους. Διακρίνεται ἀπό τόν Πρόλογο, τήν Εἰσαγωγή, πού ἀναλύει τήν συγκυρία τῆς περιόδου ἐκείνης καί κάνει μιά εἰσαγωγή στούς προσωκρατικούς φιλοσόφους. Ἔπειτα ἀναλύει διεξοδικά καί ἐπιστημονικά τίς φιλοσοφίες, τήν προσωκρατική φιλοσοφία, ἤτοι τοῦ Θαλῆ, τοῦ Ἀναξίμανδρου, τοῦ Ἀναξιμένη, τοῦ Πυθαγόρα, τοῦ Ξενοφάνη, τοῦ Ἡρακλείτου, τοῦ Παρμενίδη, τοῦ Ἐμπεδοκλῆ, τοῦ Ἀναξαγόρα, τοῦ Δημοκρίτου καί καταλήγει μέ τόν Ἐπίλογο καί τό Παράρτημα μέ τίτλο «Σύντομη ἱστορική ἀναδρομή στίς καταβολές τοῦ Ἑλληνικοῦ Ἔθνους».

Ἐδῶ θά τονισθοῦν κυρίως τό πῶς ἡ προσωκρατική φιλοσοφία ἐπέδρασε στήν νεώτερη φιλοσοφία τήν Εὐρωπαϊκή ἀπό τόν Διαφωτισμό καί στήν συνέχεια, πού ἦλθε σέ ἀντίθεση μέ τήν Σχολαστική καί Νεοσχολαστική μεταφυσική φιλοσοφία, καί ὑποστήριξε τόν ὀρθολογισμό, τήν ἀθεΐα, τόν συγκρητισμό καί τήν ἀνάπτυξη τῆς ἐπιστήμης. Θά ἀποσπάσω μερικές ἀπόψεις τοῦ Κωνσταντίνου Βαμβακᾶ ὡς πρός τήν ἐπίδραση τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων στήν σύγχρονη Εὐρωπαϊκή σκέψη. Στόν πρόλογο τοῦ βιβλίου γράφεται ὅ τι «δύο εἶναι οἱ στόχοι τοῦ βιβλίου»:

Ὁ πρῶτος στόχος «νά καταστήσει κοινωνό τῆς θεμελίωσης καί ἀνέλιξης τοῦ εὐρωπαϊκοῦ στοχασμοῦ τόν σύγχρονο σκεπτόμενο ἄνθρωπο». «Οἱ πιό πολλοί θεωροῦν ὅτι ἡ φιλοσοφία καί ἡ ἐπιστήμη ἀρχίζουν ἀπό τήν ἐποχή τοῦ Πλάτωνα καί τοῦ Ἀριστοτέλους• καί ἀγνοοῦν ὅτι ἀκριβῶς ἐπάνω στόν προσωκρατικό διαφωτισμό οἰκοδομεῖται τό ἀνεπανάληπτο ἔργο τῶν κορυφαίων αὐτῶν διαφωτιστῶν τοῦ ἑλληνικοῦ πνεύματος. “Τί θά ἦταν ὁ Πλάτων – καθώς καί ὁ Σωκράτης”, διερωτᾶται ὁ Heidegger, “χωρίς τόν Παρμενίδη;”» .

Ὁ δεύτερος στόχος εἶναι «νά φωτίσει ἐντονότερα καί τήν ἐπιστημονική διάσταση τοῦ ἔργου τῶν προσωκρατικῶν». «Τό πνεῦμα τῶν προσωκρατικῶν εἶναι κατ’ ἐξοχήν ὁλιστικό. Τόσο ἡ φιλοσοφία (μεταφυσική, ἠθική, ψυχολογία, κοινωνιολογία) ὅσο καί ἡ ἐπιστήμη (φυσική, χημεία, κοσμολογία, βιολογία) εἶναι δύο τομεῖς πού παραμένουν ἀκόμη ἀδιάρρηκτα συνδεδεμένοι μεταξύ τους καί συγκροτοῦν ἑνιαῖο σύνολο» .

Στόν ἐπίλογο τοῦ βιβλίου, ἀπαντώντας στό ἐρώτημα «Ποιά εἶναι ἡ θέση τοῦ προσωκρατικοῦ λογισμοῦ σήμερα», γράφει ὅτι «κατ’ ἀρχήν ὁλόκληρη ἡ ἐπιστήμη ἑδράζεται ἐπάνω στήν παράδοση τῆς ὀρθολογικῆς, κριτικῆς -καί ὄχι δογματικῆς- θεώρησης καί διερεύνησης», «μιᾶς παράδοσης πού πρῶτοι οἱ προσωκρατικοί θεμελίωσαν». «Χωρίς αὐτήν δέν θά ὑπῆρχε ἐπιστήμη». Παραθέτει τήν γνώμη τοῦ K. Poper: «Δέν μπορεῖ νά ὑπάρχει ἀμφιβολία ὅτι ἡ ἑλληνική παράδοση τῆς φιλοσοφικῆς, κριτικῆς σκέψης προῆλθε κυρίως ἀπό τήν Ἰωνία» .

Προσθέτει ὅτι «πέρα ἀπό αὐτήν τήν γενική διαπίστωση, σειρά ἀπό θεμελιώδεις προσωκρατικές ἀρχές καί ἔννοιες κυριαρχοῦν σήμερα στίς θετικές ἐπιστῆμες». Ἀναφέρει τίς ἀκόλουθες ἀρχές: «Οἰκουμενική νομοτέλεια, ἑνότητα πίσω ἀπό τή φαινομενική πολλαπλότητα πού διέπεται ἀπό ἀρχές, ἀλληλοσυσχετισμός καί διασύνδεση ὅλων τῶν ὄντων, ὁ ἄνθρωπος – παρατηρητής ἀναπόσπαστο μέρος τῆς φύσης, συνένωση ἀντίθετων ἐννοιῶν, μετατόπιση τοῦ κύριου βάρους ἀπό τήν ὕλη στίς διεργασίες (Ἡράκλειτος), ἐγγενής δυναμική ἰσορροπία (Ἡράκλειτος), μαθηματικά-ποίηση τῆς φύσης (Πυθαγόρας), ἀναγωγή ποιότητας σέ ποσότητα, συμμετρία-ἀναλογία, ὁμοιογένεια-ἰσορροπία, ρυθμός-μέτρον, κόσμος-τάξη, ἐλεγκτική διαδικασία, πίσω ἀπό τήν φαινομενικότητα κρύπτεται ἡ ἔσχατη πραγματικότητα» .

Ἐπίσης, γράφεται ὅτι «γιά πρώτη φορά ἀπό τήν ἐποχή τῶν προσωκρατικῶν ἐπιχειρεῖται στόν δυτικό κόσμο μιά “συμφιλίωση” καί ἐπανενοποίηση τῶν φυσικῶν ἐπιστημῶν, τῆς φιλοσοφίας, τῆς θρησκείας, τῆς ἠθικῆς, τῆς τέχνης, ὅπως τήν περιγράφει καί ὁ γνωστός ἐρευνητής τῆς ἐξελικτικῆς βιολογίας καί ἱδρυτής τῆς κοινωνιοβιολογίας E. O. Wilson στό βιβλίο του Consilience: The Unity of Knowledge» . Βέβαια δέν εἶναι δυνατή ἡ «ἐπιστροφή» στούς προσωκρατικούς, ἀλλά «ἐκεῖνο ὅμως πού εἶναι ἐφικτό εἶναι, ἀφομοιώνοντας τή σκέψη τους νά ἐπιχειρήσουμε μιά νέα ὑπέρβαση τῶν σημερινῶν συνθηκῶν» .

Τό συμπέρασμα εἶναι ὅτι οἱ νεωτερικοί καί μετανεωτερικοί χρόνοι, μέ τήν ἐλευθερία, τήν λογική, τήν ἀνάπτυξη τῶν ἐπιστημῶν, ἀπέρριψαν τό κοσμοείδωλο τῆς μεταφυσικῆς τοῦ σχολαστικισμοῦ, ὅπως τόνιζε ἐπανειλημμένως ὁ π. Ἰωάνης Ρωμανίδης, καί ἐπανέφεραν τίς ἀπόψεις τῶν προσωκρατικῶν φιλοσόφων, πού ἔβλεπαν τήν φύση μέσα ἀπό τήν ὕλη καί τήν λογική ἐπεξεργασία, ἀλλά καί θεωροῦσαν ὅτι τό Ὄν εἶναι ἀπρόσωπο καί ἀφηρημένο. Ἔτσι, διακρίνονται σαφῶς τά ὅρια μεταξύ ὀρθοδόξου θεολογίας καί σύγχρονης ἐπιστήμης, πού εἶναι σημαντικά. Ἀλλά συγχρόνως αὐξάνεται μεταξύ τῶν φιλσοσόφων καί τῶν ἐπιστημόνων ἡ ἀθεΐα, ὁ ἀγνωστικισμός καί ὁ δεϊσμός.

Ἐνδεικτικὴ Βιβλιογραφία

«Τό φιλοσοφικό Λεξικό τοῦ Cambridge», ἐπιμελητής Robert AUDI, Κέδρος 2011.

Θεοδόσης Πελεγρίνης: «Λεξικό τῆς Φιλοσοφίας», Ἑλληνικά Γράμματα 2009.

Γρηγ. Φιλ. Κωσταρᾶ, Φιλοσοφική Προπαιδεία, Ἀθήνα 1993.

Κωνσταντίνου Νιάρχου, Ἀρχαία Ἑλληνική φιλοσοφία μετά τῶν θεμελιωδῶν αὐτῆς ἐννοιῶν, τόμος Α΄ Ἀθῆναι 2008.

Κωνσταντῖνος Ι. Βαμβακᾶς, Οἱ θεμελιωτές τῆς δυτικῆς σκέψης, Πανεπιστημιακές ἐκδόσεις Κρήτης, Ἡράκλειο 2001.

Γιάννη Παπαναστασίου, Ἡ σοφία τῶν ἀρχαίων Ἑλλήνων φιλοσόφων, Σαΐτης καί ἄλλα ἐπί μέρους βιβλία.

Διαδώστε: