Θέση για το ζήτημα της εκλογής Βοηθών Επισκόπων λαμβάνει δημόσια ακόμη ένας Ιεράρχης της Εκκλησίας της Ελλάδος, λίγες ημέρες πριν τη σύγκληση της τακτικής Ιεραρχίας της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος.
Συγκεκριμένα, σε επίσημο ανακοινωθέν της Ιεράς Μητροπόλεως Πειραιώς υπό τον τίτλο: ‘Είναι αντικανονικοί οι Βοηθοί Επίσκοποι;”, ο Σεβασμιώτατος κ. Σεραφείμ καταθέτει τις απόψεις του για το ζήτημα.
Αναλυτικά αναφέρει:
Ἡ βασιλίς τῶν ἀρετῶν κατά τούς Θεοφόρους Πατέρας καί κατά τόν οὐρανοβάμονα Ἀπόστολον Παῦλον εἶναι ἡ «διάκρισις τῶν πνευμάτων», (Κορ. Α΄ 12, 10) χάρισμα καί δωρεά τοῦ Παναγίου Πνεύματος εἰς τούς ἀνυποκρίτως καί ἀληθῶς «ἐν πνεύματι Ἁγίῳ καί Ἀληθείᾳ-Χριστῷ» (Ἰω. 4, 24) ἀγωνιζομένους τόν καλόν ἀγῶνα καί ἐν ταπεινώσει ἐκζητοῦντας τήν χάριν καί τόν ἁγιασμόν τοῦ Παναγίου Θεοῦ, ἀρνουμένους τό δαιμονικό θράσος τῆς ἀγνοίας πού διαστρεβλώνει καί παρερμηνεύει τά πράγματα.
Οἱ ἐπικαλούμενοι τό ὑφιστάμενο κανονικό πλαίσιο διά τή δῆθεν ἀντικανονικότητα τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων, ἀναφέρονται εἰς ἀσχέτους Ἱερούς Κανόνας, ὡς ὁ ΣΤ΄ Κανών τῆς Ἁγίας Δ΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, πού ἀφορᾷ ἀποκλειστικῶς καί μόνον εἰς Πρεσβυτέρους καί Διακόνους καί ὄχι εἰς Ἐπισκόπους καθώς καί ὁ Η΄ Κανών τῆς Ἁγίας Α΄ Οἰκουμενικῆς Συνόδου, ὁ ὁποῖος ρυθμίζων τήν ἐπιστροφήν τῶν λεγομένων «καθαρῶν-Ναυατιανῶν» εἰς τήν Ἁγίαν Καθολικήν Ἐκκλησίαν, διαλαμβάνει ὅτι δέν θά ἔπρεπε καί ὁ Ὀρθόδοξος Ἐπίσκοπος καί ὁ ἐκ τῶν «καθαρῶν-Ναυατιανῶν» μετανοήσας νά διαποιμαίνουν τήν ἰδίαν Ἐπισκοπήν (Μητρόπολιν) «ἵνα μή ἐν τῇ πόλει δύο Ἐπίσκοποι ὦσιν», ὡς καί ὁ ΙΣΤ΄ τῆς ΑΒ΄ Συνόδου, ὁ ὁποῖος ἀφορᾷ εἰς τήν ἐκλογήν καί χειροτονίαν Ἐπισκόπου εἰς Ἐπισκοπήν εἰς τήν ὁποίαν ζεῖ, χωρίς νά ἔχει παραιτηθῇ ἤ νά ἔχει κανονικῶς ἀπομακρυνθῇ ὁ προκάτοχός του. Προδήλως οἱ Κανόνες ἀναφέρονται εἰς Κανονικῶς διαποιμαίνοντας Ἱεράρχας.
Ἀναφέρουν ἀκόμη ὅτι δῆθεν μέ τόν Ν. 590/1977 «Περί τοῦ Καταστατικοῦ Χάρτου τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος» (ΦΕΚ Α΄ 146, ἄρθρον 25 ), καταργήθηκε ὁ θεσμός τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων, ἐνῶ ἡ διάταξις διαλαμβάνει τά ἀκόλουθα: «Ἐκλόγιμοι ἐπίσης εἶναι ἄνευ ἐγγραφῆς εἰς κατάλογον οἱ καθ’ οἱονδήποτε τρόπον σχολάζοντες Μητροπολῖται τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος καί οἱ Βοηθοί Ἐπίσκοποι, ὡς καί οἱ κατά τήν ἔναρξην ἰσχύος τοῦ παρόντος Τιτουλάριοι Μητροπολῖται καί Ἐπίσκοποι». Διερωτώμαι: προκύπτει ἀπό τήν ἀνωτέρω διάταξι ἡ κατάργησις τῶν Βοηθῶν Ἐπισκόπων; Παρέλκει νά ἀναφερθοῦν οἱ νεώτερες ρυθμίσεις διά τήν ἀνίδρυσιν νομοθετημένων θέσεων Βοηθῶν Ἐπισκόπων.
Τίθεται ἀκόμη τό κρίσιμο ἐρώτημα: Ὅταν ὅλες οἱ Αὐτοκέφαλες Ὀρθόδοξες Ἐκκλησίες τοῦ κόσμου, ὡς μπορεῖ κανείς νά διακριβώσῃ ἀπό τά κυκλοφοροῦντα Δίπτυχα τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος, ἔχουν Βοηθούς Ἐπισκόπους, μόνον οἱ συγκεκριμένοι διακρατοῦν τῆς Κανονικῆς τάξεως καί ἀκριβείας καί ὅλοι οἱ ἄλλοι πλανῶνται;
Ὅσον ἀφορᾷ τώρα εἰς τήν διαδικασίαν τῆς ὑποβολῆς «τριπροσώπου» ὑπό τοῦ αἰτοῦντος Μητροπολίτου διά τήν ἐκλογήν Βοηθοῦ του Ἐπισκόπου καί τήν δῆθεν ἀντικανονικότητα τῆς διαδικασίας, ἡ Ἁγία Α΄ Οἰκουμενική Σύνοδος μέ τόν ΣΤ΄ Κανόνα της διαλαμβάνει «εἴ τις χωρὶς γνώμης τοῦ μητροπολίτου γένοιτο ἐπίσκοπος, τὸν τοιοῦτον ἡ μεγάλη σύνοδος ὥρισε μὴ δεῖν εἶναι ἐπίσκοπον» καί ὁ θεοφώτιστος Ἅγιος Νικόδημος ἑρμηνεύει: «διότι ἐάν καί τό πλῆθος τῶν Ἐπισκόπων ἐψήφιζεν τόν Ἐπίσκοπον, ἡ ἐπικύρωσις ὅμως τῆς ψήφου ἔπρεπε νά γένῃ ἀπό τόν Μητροπολίτην καί ὅποιον ἐκεῖνος ἐδοκίμαζεν νά γένῃ Ἐπίσκοπος» (Πηδάλιον, Ἐκδ. Ρηγοπούλου σελ. 131), καί οὐσιαστικά ὁρίζει τήν σήμερον τηρουμένην διαδικασίαν διά τήν ἐκλογήν Βοηθοῦ Ἐπισκόπου, διότι εὐλόγως οἱ Θεοφόροι Πατέρες ἔκριναν ὅτι δέν μπορεῖς ἕναν ἄγνωστο νά τόν ἐπιβάλῃς ὡς ἄμεσον συνεργόν καί νόμιμον ἐκπρόσωπον ἑνός ἑτέρου, διότι αὐτό ἀντίκειται στούς ἀπλούς κανόνες τῆς λογικῆς καί τῆς ὁμαλῆς λειτουργίας τῶν θεσμῶν.
Τά ἱερά δόγματα τῆς ἀμωμήτου ἡμῶν πίστεως εἶναι ἀναλλοίωτα καί αἰώνια, διότι ἡ ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια παρεδόθη ἅπαξ τῇ Ἐκκλησίᾳ (Ἰούδ. 1, 3), ἀλλά ἡ διαχείρισις τοῦ τρόπου διοικήσεως τοῦ Σώματος τῆς Ἐκκλησίας πρέπει ἀναποδράστως νά λαμβάνῃ ὑπ’ ὄψιν τά ἰσχύοντα στόν χῶρο καί τόν χρόνο. Ὅταν ἔχωμε πολυάνθρωπες ἐκκλησιαστικές δικαιοδοσίες χιλιάδων ἀνθρώπων, μέ ἐκκλησιαστικές δομές πολυειδῶν θεμάτων, μέ ποιμαντικές ποικίλες ὑποχρεώσεις καθημερινῶς, εἶναι ἀνθρωπίνως ἀδύνατον ἕνας Ποιμενάρχης, ὅσον ἐργωδῶς, ὀτρηρῶς καί ἀεικινήτως καί ἐάν πληροφορεῖ τήν Ποιμαντορίαν καί διακονίαν του, νά ἐπαρκέσῃ καί δι’ αὐτό εἶναι ἐν πολλοῖς ἀπαραίτητος ἡ παρρησία ἑνός Βοηθοῦ Ἐπισκόπου, ὁ ὁποῖος θά ἐκπροσωπῇ τόν οἰκεῖον Ποιμενάρχην καί θά ἀναφέρεται εἰς αὐτόν. Δέν εἶναι δέ νομικῶς ἐφικτόν, οὔτε ἡ Πολιτεία δέχεται νά κατατμίζονται οἱ ὑφιστάμενες Μητροπόλεις καί νά ἀνιδρύονται νέες, ὧστε νά ἀποβαίνουν περισσότερον εὐποίμαντες. Ἑπομένως, εἰς μίαν Κανονικήν δικαιοδοσίαν δέν ἔχομεν δύο Ποιμενάρχες. Ἕνας εἶναι ὁ διαποιμαίνων. Ὁ Βοηθός τόν ἐκπροσωπεῖ καί τόν ἀναπληροῖ εἰς περιστάσεις πού κρίνεται ἀπαραίτητος ἡ παρουσία ἐνός Ἐπισκόπου.
Ὁ Πεπνυμένος, Γεραρός καί βαθυνούστατος Μακαριώτατος Ἀρχιεπίσκοπος Ἀθηνῶν καί πάσης Ἑλλάδος, κ.κ. Ἱερώνυμος Β΄, μέσα εἰς τά πολλά ἀγαθά ἐπιτεύγματα τῆς πρωθιεραρχίας του πιστώνεται καί μέ τήν ρύθμισι τοῦ δυσεπιλύτου θέματος τῶν ὀργανικῶν θέσεων, μέ τήν ὁποίαν ἐπιτέλους ἀντιμετωπίσθη ἡ κακουργία τῆς Ἑλληνικῆς Πολιτείας, ἡ ὁποία ἀφοῦ διήρπασε μεθοδικά τό σύνολον τῆς Ἐκκλησιαστικῆς περιουσίας καί ἀπεγύμνωσεν τήν Ἐκκλησίαν τῆς οἰκονομικῆς δυνατότητός της, ἐξεβίαζεν τήν Ἐκκλησίαν διά τό ζήτημα τῶν μή ὀργανικῶν 2.000 προσωποπαγῶν θέσεων τῶν Ἐφημερίων καί Διακόνων, παρότι εἶχον τήν ἐπικύρωσιν τῆς δημοσιεύσεως εἰς τήν Ἐφημερίδα τῆς Κυβερνήσεως. Τό θέμα ἐπελύθη μέ τόν Ν. 4957/2022 (ΦΕΚ Α 141/21.07.2022) εἰς τόν ὁποῖον ὅμως διαλαμβάνεται ρύθμισις, ἡ ὁποία προβλέπει τήν ἐκλογήν Βοηθῶν Ἐπισκόπων εἰς μή νομοθετημένην θέσιν, (ἄρθρο 347, παράγρ. 11) «Κληρικός της Εκκλησίας της Ελλάδος που εκλέγεται βοηθός επίσκοπος από την Ιερά Σύνοδο της Ιεραρχίας της Εκκλησίας της Ελλάδος χωρίς να υφίσταται αντίστοιχη κενή οργανική θέση, λαμβάνει μόνο τις αποδοχές της θέσης από την οποία προέρχεται» καί βάσει αὐτῆς τῆς διατάξεως ἐξελέγησαν ἤδη Βοηθοί Ἐπίσκοποι εἰς τούς αἰτήσαντας Σεβασμιωτάτους Μητροπολίτας τῆς Ἁγιωτάτης ἡμῶν Ἐκκλησίας. Τίθεται λοιπόν τό κομβικόν ἐρώτημα: Ἐπειδή ἡ Ἐκκλησία ἔχει συνέχεια καί συνέπεια καί δέν εἶναι εὐκαιριακός χῶρος, μέ ποία ἠθική καί λογική θά ἀποκλεισθοῦν ἄλλοι αἰτοῦντες Μητροπολῖται ἀπό τήν δυνατότητα πού παρέχει ἡ συγκεκριμένη διάταξις, ἡ ὁποία κατηρτίσθη μέ τήν συνέργεια Ἐκκλησίας καί Πολιτείας; Αὐτό ταπεινῶς φρονῶ ὅτι εἶναι τό μεῖζον ζήτημα καί θά πρέπει ἡ Σεπτή Ἱεραρχία πού θά συνέλθῃ τήν ἑπομένην ἑβδομάδα νά αἰτιολογήσῃ συγκεκριμένως καί εἰδικῶς τήν τυχόν ἀπόρριψη ἑκάστης αἰτήσεως, δεδομένης τῆς μή ἀντικανονικότητος τοῦ θεσμοῦ, ὡς ἐκ τῶν ἀνωτέρω προκύπτει.
