Με τη δέουσα εκκλησιαστική τάξη και τη λαμπρότητα της μεγάλης Δεσποτικής εορτής της Αναλήψεως, εορτάστηκε και εφέτος, στις 20 και 21 Μαΐου 2026, εν πληθούση Εκκλησία, στις νοτιοανατολικές εσχατιές της Πατρίδος μας, στις εθνικές επάλξεις του ακριτικού Καστελλορίζου, η ιερά μνήμη των πολιούχων του Αγίων, Θεοστέπτων Βασιλέων και Ισαποστόλων Κωνσταντίνου και Ελένης. Σύμφωνα με την εκκλησιαστική τάξη και τις ζωντανές τοπικές παραδόσεις, επίκεντρο των λατρευτικών εκδηλώσεων υπήρξε ο πανηγυρίζων επ’ ονόματι των Αγίων περίλαμπρος Μητροπολιτικός Ναός του νησιού.
Των ιερών ακολουθιών, τόσο κατά τον Εσπερινό της παραμονής όσο και κατά τον Όρθρο και τη Θεία Λειτουργία της κυριωνύμου ημέρας, προέστη ο Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Σύμης, Τήλου, Χάλκης και Καστελλορίζου κ. Χρυσόστομος, συμπαραστατούμενος από τον Πανοσιολογιώτατο Αρχιμανδρίτη του Οικουμενικού Θρόνου π. Νικόδημο Σκλέπα, Αρχιερατικό Επίτροπο της νήσου, τον Πρεσβύτερο π. Αντώνιο Μανιά εκ Σύμης και τον Ιεροδιάκονο της Ιεράς Μητροπόλεως π. Παύλο Τερεζάκη. Συμπροσευχόμενος παρέστη και ο πολιός Πρωτοπρεσβύτερος π. Γεώργιος Μαλτέζος, επί πεντηκονταετία και πλέον εφημέριος του Καστελλορίζου, ήδη συνταξιούχος κληρικός.
Το απόγευμα της παραμονής, στον πανηγυρίζοντα Μητροπολιτικό Ναό των Αγίων, ο Σεβασμιώτατος χοροστάτησε κατά την Ακολουθία της Θ΄ Ώρας, με την οποία ολοκληρώνεται η περίοδος της εορτής του Πάσχα, και εν συνεχεία προέστη του Μεγάλου Πανηγυρικού Εσπερινού. Την κυριώνυμο ημέρα της εορτής χοροστάτησε στον Όρθρο και τέλεσε τη Θεία Λειτουργία, συλλειτουργώντας μετά των προαναφερθέντων κληρικών.
Μετά την απόλυση πραγματοποιήθηκε η λιτάνευση της ιεράς εφεστίου Εικόνος των πολιούχων Αγίων στους γραφικούς δρόμους και στο «κορδόνι», όπως αποκαλείται στην τοπική διάλεκτο η προκυμαία του πανέμορφου νεοκλασικού οικισμού, προς ευλογία και ενίσχυση των ακριτών κατοίκων και των ευλαβών προσκυνητών.
Τις λατρευτικές εκδηλώσεις της Ιεράς Πανηγύρεως τίμησαν οι τοπικές Αρχές, με επικεφαλής τον Δήμαρχο Μεγίστης κ. Νικόλαο Ασβέστη, καθώς και ο Διοικητής της Δ.Α.Ν. Καστελλορίζου, αξιωματικοί και υπαξιωματικοί, ο Διοικητής της Αστυνομίας, ο Λιμενάρχης Καστελλορίζου μετά των αντιπροσωπειών τους, εκπρόσωποι φορέων, οργανισμών και συλλόγων του νησιού, καθώς και οι εκπαιδευτικοί της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης μαζί με τους μαθητές, οι οποίοι προπορεύονταν της ιεράς πομπής της λιτανείας κρατώντας με τιμή και υπερηφάνεια τη Γαλανόλευκη.
Σύμφωνα με την τοπική παράδοση, η ανέγερση του πανηγυρίζοντος Ιερού Μητροπολιτικού Ναού συνδέεται με το πέρασμα της Αγίας Ελένης από το νησί, κατά την ιεραποδημία της στους Αγίους Τόπους για την ανεύρεση του Τιμίου Σταυρού. Κατά την παράδοση, η Αγία σταμάτησε για σύντομο χρονικό διάστημα στο Καστελλόριζο με τον αυτοκρατορικό της δρόμωνα. Οι ευσεβείς κάτοικοι του νησιού την υποδέχθηκαν με ιδιαίτερη θερμότητα και φιλοξενία, και εκείνη, επιθυμώντας να ενισχύσει τη χριστιανική πίστη που ήδη είχαν δεχθεί από το κήρυγμα των Αγίων Αποστόλων στη γειτονική Μικρά Ασία, ανήγειρε μεγαλοπρεπή παλαιοχριστιανική βασιλική. Πιστεύεται ότι στα ερείπια εκείνου του ναού οικοδομήθηκε ο σημερινός περικαλλής ναός επ’ ονόματι των Αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης.
Το σημερινό οικοδόμημα ακολουθεί τον ρυθμό της τρίκλιτης σταυροφορικής ή σταυροθολιακής βασιλικής, με τα κλίτη να διαχωρίζονται από εντυπωσιακές μονολιθικές κολώνες πορφυρού γρανίτη, προερχόμενες από τα Πάταρα της Λυκίας. Αποτελεί τον μεγαλύτερο ναό αυτού του τύπου στα Δωδεκάνησα και διαθέτει οκτώ σταυροθόλια. Ανεγέρθηκε το έτος 1835 υπό την επίβλεψη του Νικολάου Κ. Πρωτομάστορα και η κατασκευή του κόστισε 300.000 γρόσια.
Κατά την εποχή εκείνη, το πολυάνθρωπο και ακμάζον Καστελλόριζο βρισκόταν στο απόγειο της οικονομικής και πολιτιστικής του αναπτύξεως, συνδεδεμένο οργανικά με τον ελληνισμό της ευρύτερης περιοχής της Λυκίας στη Μικρά Ασία. Το νησί αποτελούσε τότε έδρα Επισκοπής, υπαγόμενης στη Μητρόπολη Πισιδίας. Ο ναός μοιράζεται το βοτσαλωτό προαύλιο με τη Σαντραπεία Αστική Σχολή, σημερινό Δημοτικό Σχολείο, καθώς και με το παλαιό κτήριο του Παρθεναγωγείου, γεγονός που καταδεικνύει τον καθοριστικό ρόλο της Εκκλησίας στην παιδεία των τότε υποδούλων Δωδεκανησίων.
