Ξεκίνησε, σήμερα το πρωί στο Παύλειο Πολιτιστικό Κέντρο Βεροίας, το επιμορφωτικό σεμινάριο που διοργανώνει η Ιερά Μητρόπολη Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας για τους κληρικούς που χειροτονήθηκαν τα τελευταία έτη και θα πραγματοποιείται ανά δεκαπενθήμερο.
Σκοπός του σεμιναρίου είναι η ενημέρωση των εφημερίων για θέματα διοίκησης και διαχείρισης των ενοριών, τήρησης των προβλεπόμενων βιβλίων και εγγράφων και υπηρεσιακής αλληλογραφίας.
Υπεύθυνος του εν λόγω σεμιναρίου είναι ο Πρωτοσύγκελλος της Ιεράς Μητροπόλεως, Αρχιμ. Δημήτριος Μπακλαγής, ο οποίος πραγματοποίησε την πρώτη ομιλία και αναφέρθηκε στο νομικό πλαίσιο λειτουργίας των ενοριών και παρουσίασε τις υποχρεώσεις που απορρέουν από τον κανονισμό 8/1979 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος «Περί Ιερών Ναών και Ενοριών».
Μετά το πέρας του σεμιναρίου ακολούθησε η μηνιαία γενική Ιερατική Σύναξη της Ιεράς Μητροπόλεως, στην οποία οι Ιερείς ενημερώθηκαν για διοικητικά και οργανωτικά θέματα καθώς και για την υποδοχή της Τιμίας Κάρας της Αγίας Υπομονής της Βασιλίσσης, η οποία θα μεταφερθεί από την Ιερά Μονή του Οσίου Παταπίου Λουτρακίου Κορινθίας και θα τεθεί σε προσκύνηση στον Ιερό Ναό Αγίου Λουκά του Ιατρού της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά Βεροίας, από την Τρίτη 17 έως και το Σάββατο 21 Φεβρουαρίου 2026.
Η Τιμία Κάρα της Αγίας Υπομονής μεταφέρεται με την ευκαιρία της ενθρονίσεως του νέου Καθηγουμένου της Ιεράς Μονής Παναγίας Δοβρά Θεοφιλεστάτου Επισκόπου Δομενίκου κ. Αθηναγόρου και του ετησίου μνημοσύνου του μακαριστού Καθηγουμένου Γέροντος Παντελεήμονος Κορφιωτάκη.
Ακολούθως, ο Βοηθός Επίσκοπος της Ιεράς Μητροπόλεως Βεροίας, Θεοφιλέστατος Επίσκοπος Δομενίκου κ. Αθηναγόρας μετέφερε τις πατρικές ευχές του Ποιμενάρχου, Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτου Βεροίας, Ναούσης και Καμπανίας κ. Παντελεήμονος και μίλησε σχετικά με τη μέλλουσα κρίση, αναφέροντας μεταξύ πολλών άλλων:
Διανύουμε ἤδη τήν δεύτερη ἑβδομάδα τοῦ Τριωδίου καί ἡ παραβολή τοῦ Ἀσώτου υἱοῦ καί τοῦ εὐσπλάγχνου πατέρα μᾶς δίδαξε τή μεγάλη καί καθοριστική σημασία τῆς μετανοίας, χωρίς τήν ὁποία ὁ ἄνθρωπος δέν εἶναι δυνατόν οὔτε νά προοδεύσει πνευματικά οὔτε νά γίνει μέτοχος τῆς χάριτος τοῦ Θεοῦ.
Πλησιάζοντας σέ μία περίοδο κατ᾽ ἐξοχήν μετανοίας καί πνευματικῆς προσπαθείας, ὅπως εἶναι ἡ Ἁγία καί Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ἡ Ἐκκλησία μας «μνείαν ποιεῖται τῆς δευτέρας καί ἐνδόξου παρουσίας τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ», κατά τήν τρίτη Κυριακή τοῦ Τριωδίου, τήν Κυριακή τῆς Ἀπόκρεω, προκειμένου νά μᾶς βοηθήσει καί μέ αὐτόν τόν τρόπο γιά τήν ὁδό τῆς μετανοίας, τήν ὁποία καλούμεθα νά βαδίσουμε.
Ὁ πιστός κάθε στιγμή ἐλέγχεται καί κρίνεται ὄχι μόνο στίς πράξεις του ἀλλά καί στή σκέψη του ἀκόμη ἀπό τόν Χριστό, ἀπό τόν λόγο του καί τόν νόμο του. Πράγματι, μόλις κάνει μία πράξη, ἀρχίζει μέσα του, στή συνείδησή του, τό δικαστήριο, ἡ κρίση καί ὁ ἔλεγχος μέ κριτήριο καί κανόνα τόν λόγο καί τόν νόμο τοῦ Χριστοῦ.
Εἶναι ἡ πράξη καλή; Ἀναπαύεται.
Εἶναι ἡ πράξη κακή ἤ ἄδικη; Τότε ἀρχίζουν οἱ τύψεις, ὁ ἔλεγχος, ἡ μετάνοια, ὁ πόνος καί ἡ θλίψη γιά τήν ἀντίθετη πρός τίς ἐντολές τοῦ Θεοῦ πράξη. Ἄν μετρήσει καθημερινά ὁ ἄνθρωπος πόσες πράξεις κάνει καί πόσες ἄλλες τόσες φορές δικάζεται καί ἀθωώνεται ἤ καταδικάζεται, κατανοοῦμε τόν λόγο τοῦ ἀποστόλου Παύλου πού λέει ὅτι ὁ χριστιανός ἐδῶ κρίνεται συνεχῶς.
Ἄν ὑπολογίσουμε καί τήν κρίση σέ κάθε ἄτοπη ἤ κακή σκέψη μας, σέ κάθε ἐφάμαρτο λογισμό καί κακή ἐπιθυμία, τότε νιώθουμε πώς ἡ ζωή τοῦ ἀληθινοῦ καί συνεποῦς χριστιανοῦ εἶναι μία συνεχής κρίση, ἕνας ἔλεγχος, πού καταλήγει πολλές φορές στή μετάνοια, στόν πόνο καί τά δάκρυα.
Νά προσέξουμε καί ἐμεῖς μήπως δέν κρινόμεθα καθημερινά, δέν παιδευόμεθα, δέν ἀγωνιζόμεθα καί δέν καθαιρόμεθα ἀπό τό ἀπρόσιτο φῶς, γιατί τότε δέν μᾶς σώζει τό βάπτισμα καί τό ὄνομα χριστιανός καί δέν θά ἀποφύγουμε τήν κατάκριση.
Ἀντίθετα, νά προσπαθήσουμε νά ὁμοιάσουμε τόν Χριστό μέ κάθε τρόπο καί νά οἰκειωθοῦμε τό φῶς του, γιά νά μπορέσουμε νά τόν δοῦμε στή δόξα του καί ζήσουμε μαζί του αἰώνια.
Εὑρισκόμεθα στήν ἀρχή μιᾶς νέας προσπάθειας, πού πρέπει νά κάνουμε ὅλοι μας, συνεχίζοντας καί βελτιώνοντας ὅ,τι κάναμε μέχρι τώρα. Καί ἡ προσπάθεια αὐτή ἀφορᾶ τόσο τόν προσωπικό μας ἀγώνα ὅσο καί τή διακονία μας στήν Ἐκκλησία, γιατί αὐτά τά δύο εἶναι ἀλληλένδετα.
Ἡ διακονία μας στήν Ἐκκλησία δέν εἶναι ἕνα ὁποιοδήποτε ἐπάγγελμα, δέν εἶναι οὔτε ἁπλῶς ἕνα λειτούργημα, εἶναι μία θεία διακονία, μία διακονία τῶν μυστηρίων τοῦ Θεοῦ, διά τῶν ὁποίων σώζεται ὁ ἄνθρωπος. Εἶναι μία διακονία τοῦ ἴδιου τοῦ Χριστοῦ ἐν τῷ προσώπῳ καί τῶν ἀδελφῶν του.
Γι᾽ αὐτό καί δέν εἶναι δυνατόν νά διακονοῦμε τόν Χριστό καί νά μήν προσπαθοῦμε ἡ ζωή μας νά εἶναι σύμφωνη μέ τή ζωή καί τόν νόμο τοῦ Χριστοῦ, τόν ὁποῖο διδάσκουμε στούς ἀνθρώπους καί προσπαθοῦμε νά τούς βοηθήσουμε καί ἐκείνους νά ἐναρμονίσουν τή ζωή του μέ αὐτόν. Δέν εἶναι δυνατόν νά δείχνουμε στούς ἀδελφούς μας τόν δρόμο πού ὁδηγεῖ στόν Χριστό καί ἐμεῖς νά ἀκολουθοῦμε ἄλλον δρόμο ἤ νά παρεκκλίνουμε ἀπό αὐτόν.
Εἶναι ἀνάγκη, λοιπόν, νά κάνουμε αὐτή τή διπλῆ προσπάθεια, καί γιά τόν ἑαυτό μας ἀλλά καί γιά τήν ἐκκλησιαστική μας διακονία, τό ποιμαντικό καί λειτουργικό μας ἔργο. Ἄλλωστε δέν θά πρέπει νά ξεχνοῦμε ὅτι ἡ μία προσπάθεια θά μᾶς βοηθᾶ στήν ἄλλη μας προσπάθεια, ὥστε νά γίνεται ἡ διακονία μας πιό εὔκολη καί πιό ἀποτελεσματική.
Στήν προσπάθειά μας αὐτή θά πρέπει νά μᾶς παρακινεῖ περισσότερο ἀφενός ἡ σκέψη τῆς σωτηρίας πού μᾶς ὑπόσχεται ὁ Χριστός καί ἀφετέρου ἡ γνώση ὅτι ἡ ἀμέλεια ἤ ἀδιαφορία γιά τά καθήκοντά μας καί γιά τή χάρη πού λάβαμε κατά τήν ἡμέρα τῆς χειροτονίας μας, θά ἔχουν ὀδυνηρές συνέπειες γιά τό αἰώνιο μέλλον μας.
