Το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής ΙΣΤ’ Λουκά (Τελώνου και Φαρισαίου): Λουκ. ιη´ 10-14 (1-2-2026)
Εἶπεν ὁ Κύριος τὴν παραβολὴν ταύτην· Ἄνθρωποι δύο ἀνέβησαν εἰς τὸ ἱερὸν προσεύξασθαι, ὁ εἷς Φαρισαῖος καὶ ὁ ἕτερος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος σταθεὶς πρὸς ἑαυτὸν ταῦτα προσηύχετο· ὁ Θεός, εὐχαριστῶ σοι ὅτι οὐκ εἰμὶ ὥσπερ οἱ λοιποὶ τῶν ἀνθρώπων, ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἢ καὶ ὡς οὗτος ὁ τελώνης·νηστεύω δὶς τοῦ σαββάτου, ἀποδεκατῶ πάντα ὅσα κτῶμαι. Καὶ ὁ τελώνης μακρόθεν ἑστὼς οὐκ ἤθελεν οὐδὲ τοὺς ὀφθαλμοὺς εἰς τὸν οὐρανὸν ἐπᾶραι, ἀλλ᾿ ἔτυπτεν εἰς τὸ στῆθος αὐτοῦ λέγων· ὁ Θεός, ἱλάσθητί μοι τῷ ἁμαρτωλῷ. Λέγω ὑμῖν, κατέβη οὗτος δεδικαιωμένος εἰς τὸν οἶκον αὐτοῦ ἢ γὰρ ἐκεῖνος· ὅτι πᾶς ὁ ὑψῶν ἑαυτὸν ταπεινωθήσεται, ὁ δὲ ταπεινῶν ἑαυτὸν ὑψωθήσεται.
Απόδοση σε νεοελληνική το Ευαγγελικό Ανάγνωσμα της Κυριακής του Τελώνου και Φαρισαίου
Εἶπε ὁ Κύριος τήν ἑξῆς παραβολή: «Δύο ἄνθρωποι ἀνέβηκαν στόν ναό νά προσευχηθοῦν, ὁ ἕνας Φαρισαῖος καί ὁ ἄλλος τελώνης. Ὁ Φαρισαῖος στάθηκε ἐγωιστικά καί προσευχόταν ὡς ἑξῆς: Θεέ μου, σέ εὐχαριστῶ πού δέν εἶμαι σάν τούς ἄλλους ἀνθρώπους, οἱ ὁποῖοι εἶναι ἅρπαγες, ἄδικοι, μοιχοί, ἤ ὅπως καί αὐτός ἐδῶ ὁ τελώνης· Νηστεύω δύο φορές τήν ἑβδομάδα, δίνω τό ἕνα δέκατο ἀπό ὅλα τά εἰσοδήματά μου στόν ναό. Καί ὁ τελώνης, πού στεκόταν πιό μακριά, δέν ἤθελε οὔτε τά μάτια νά σηκώσει στόν οὐρανό, ἀλλά χτυποῦσε τό στῆθος του καί ἔλεγε: Θεέ μου, ἐλέησέ με τόν ἁμαρτωλό. Σᾶς διαβεβαιώνω ὅτι αὐτός κατέβηκε δικαιωμένος στό σπίτι του, παρά ὁ ἄλλος, γιατί ὅποιος ὑψώνει τόν ἑαυτό του θά ταπεινωθεῖ, ἐνῶ ὅποιος ταπεινώνει τόν ἑαυτό του θά ὑψωθεῖ».
(Η Καινή Διαθήκη, το πρωτότυπο κείμενο με νεοελληνική απόδοση του ομοτ. καθηγ. Χρ. Βούλγαρη, εκδ. ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗΣ ΔΙΑΚΟΝΙΑΣ)
