Σήμερα, η Εκκλησία, εορτάζει την Υπαπαντή του Κυρίου, την υποδοχή του Χριστού στο ναό από τον πρεσβύτερο Συμεών. Το γεγονός εξιστορεί ο Ευαγγελιστής Λουκάς. Συνέβη σαράντα ημέρες μετά τη γέννηση του Ιησού.
Σύμφωνα με τον Μωσαϊκό νόμο, η Μαριάμ, αφού συμπλήρωσε τον χρόνο καθαρισμού από τον τοκετό, πήγε στον Ναό των Ιεροσολύμων. Μαζί με τον Ιωσήφ αφιέρωσαν το βρέφος στον Θεό, σύμφωνα με την παράδοση που έλεγε: «πάν άρσεν διανοίγον μήτραν (πρωτότοκο) άγιον τω Κυρίω κληθήσεται». Ταυτόχρονα, προσφέρουν στον ναό ένα ζευγάρι τρυγόνια ή δύο μικρά περιστέρια.
Εκεί, δέχθηκε τον Ιησού στην αγκαλιά του ο υπερήλικας ιερέας, ο δίκαιος Συμεών, που μόλις είδε τον Σωτήρα του Κόσμου, παρακάλεσε τον Θεό να τον πάρει κοντά του, λέγοντας το: «Νυν απολύεις τον δούλον σου, Δέσποτα, κατά το ρήμα σου εν ειρήνη, ότι είδον οι οφθαλμοί μου το σωτήριόν σου, ό ητοίμασας κατά πρόσωπον πάντων των λαών. Φως εις αποκάλυψιν εθνών και δόξαν λαού σου Ισραήλ» (Λουκ. β΄, 29-32).
Ο Συμεών αισθάνεται πνευματική πληρότητα και δοξολογεί με τα λόγια αυτά τον Θεό, που του έδωσε ξεχωριστή χαρά να υποδεχθεί στην αγκάλη του τον Σωτήρα του κόσμου.
Δίκαια λοιπόν οι Χριστιανοί σήμερα αναφωνούν με αγαλλίαση ψυχής: «Χαῖρε Κεχαριτωμένη Θεοτόκε Παρθένε, ἐκ σοῦ γὰρ ἀνέτειλεν ὁ Ἥλιος τῆς δικαιοσύνης, Χριστὸς ὁ Θεὸς ἡμῶν, φωτίζων τοὺς ἐν σκότει. …» (Απολυτίκιον τῆς Υπαπαντῆς τοῦ Κυρίου).
