20/10/2020 20/10/2020 Για τους διακριτούς ρόλους που θα πρέπει να έχουν Εκκλησία και Πολιτεία, για τα νέα δεδομένα που εισάγει ο αναθεωρημένος ποινικός κώδικας, αλλά και για τις προσπάθειες ποινικοποίησης της Θείας Κοινωνίας, μίλησε ο Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος, από την Κέρκυρα, όπου βρέθηκε για την δίκη του Μητροπολίτη Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ....
20 Οκτωβρίου, 2020 - 8:28
Τελευταία ενημέρωση: 20/10/2020 - 9:52

Μητρ. Λαρίσης: «Εδώ, θα έπρεπε να είναι όλη η Ιεραρχία»

Διαδώστε:
Μητρ. Λαρίσης: «Εδώ, θα έπρεπε να είναι όλη η Ιεραρχία»

Για τους διακριτούς ρόλους που θα πρέπει να έχουν Εκκλησία και Πολιτεία, για τα νέα δεδομένα που εισάγει ο αναθεωρημένος ποινικός κώδικας, αλλά και για τις προσπάθειες ποινικοποίησης της Θείας Κοινωνίας, μίλησε ο Μητροπολίτης Λαρίσης και Τυρνάβου κ. Ιερώνυμος, από την Κέρκυρα, όπου βρέθηκε για την δίκη του Μητροπολίτη Κερκύρας, Παξών και Διαποντίων Νήσων κ. Νεκταρίου.

Ο Μητρ. Λαρίσης μιλώντας αποκλειστικά στο Πρακτορείο Ορθοδοξία και τον απεσταλμένο μας στην Κέρκυρα Νικόλαο Ζαΐμη τόνισε επίσης ότι στο νησί θα έπρεπε να είναι όλη η Ιεραρχία: «Αυτό που δεν κάναμε στην Αθήνα αρχές Οκτωβρίου (σ.σ. αναβολή της Ιεραρχίας) να το κάνουμε στην Κέρκυρα στα μέσα Οκτωβρίου με αφορμή τη δίκη του Κερκύρας» υπογράμμισε.

Ρεπορτάζ: Νικόλαος Ζαΐμης
Κάμερα: Ανδρέας Χαλκιόπουλος
Μοντάζ: Κώστας Κουράκος

Ειδικότερα:

Κληθείς από τον δημοσιογράφο του ope.gr να σχολιάσει την δίκη δήλωσε: «Η σημερινή (χθεσινή) ημέρα είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστική καθώς ουσιαστικά είναι μια επανεξέταση των σχέσεων Εκκλησίας και Πολιτείας. Αυτό που αναδείχθηκε στη δίκη είναι το κατά πόσο η πολιτεία μπορεί να ποινικοποιεί τη Θεία Κοινωνία, το κατά πόσο μπορεί με αποφάσεις, έστω και με Κοινές Υπουργικές Αποφάσεις, δηλαδή ούτε καν κοινό νόμο αλλά με κατωτέρου είδους διατάξεις, να επεμβαίνει και να ρυθμίζει την πνευματική ζωή της Εκκλησίας. Στο στάδιο που βρισκόμαστε πιστεύουμε πως έγινε κατανοητό απ’ όλους ότι δεν μπορούμε να υπερβαίνουμε τα όρια του ο καθένας. Εκκλησία και Πολιτεία».
Αναφερόμενος στη στάση των δικαστικών λειτουργών της εκδίκασης της υπόθεσης, δήλωσε: «Οφείλω να πω ότι τόσο η Εισαγγελεύς όσο και ο Πρόεδρος απέδειξαν ότι έχουν πολύ καλή νομική παιδεία και χάρις δε σε αυτή τη νομική παιδεία εξέτασαν τα πράγματα έτσι ώστε να μην αφεθεί υπόνοια μεροληψίας, ούτε υπέρ της Εκκλησίας ούτε υπέρ του κράτους. Η στάση τους ήταν τόσο χαρακτηριστική και τόσο πραγματικά επιστημονική και δικαστικά ουδέτερη, ώστε αξίζουν συγχαρητήρια και στον Πρόεδρο και στην Εισαγγελέα για το γεγονός ότι μπόρεσαν, όχι απλώς να εξισορροπήσουν τα πράγματα αλλά να ζητήσουν λεπτομέρειες για να αναδειχθούν όλες οι πτυχές του θέματος».
Εν συνεχεία αναφέρθηκε σε δυο γεγονότα που χαρακτήρισαν τη δίκη. Ένα αρνητικό και ένα θετικό.

Αρνητικό: «Μέχρι και προ λίγων ετών και οι Αρχιερείς είχαμε ειδική δωσιδικία, δικάζοντας μας ανώτερου βαθμού δικαστές, όπως συμβαίνει στην περίπτωση της Δημάρχου που θα δικαστεί από Εφέτη. Μετά τη μετατροπή του κώδικα πολιτικής και ποινικής δικονομίας οι Αρχιερείς δικαζόμαστε από κοινά δικαστήρια σαν να είμαστε τίποτα. Σήμερα φάνηκε το παράδοξο ο Μητροπολίτης, ο οποίος δεν παύει στην επαρχία του να έχει αυξημένο ρόλο και κύρος, να δικάζεται από Πρωτοδίκη, η δε Δήμαρχος από Εφέτη. Επομένως εισάγεται μια διάσταση στην τοπική κοινωνία η οποία είναι ακατανόητη».
Για το γεγονός αυτό επέρριψε ευθύνες και προς την Εκκλησία καθώς δεν υπήρξαν αντιδράσεις για το γεγονός αυτό: «Αυτό δεν αντιστοιχεί στη νομοθεσία που κατασκευάστηκε τα τελευταία χρόνια, δυστυχώς χωρίς κάποιοι από την Εκκλησία να επιδείξουν την ανάλογη αντίσταση. Το δέχθηκαν ενώ θα μπορούσαν να είχανε πει όχι. Κάποιοι φώναξαν. Οι φωνές δυστυχώς υποσκελίστηκαν εκ των έσω κι έτσι έχουμε το απαράδεκτο φαινόμενο ο Μητροπολίτης να δικάζεται στο κοινό δικαστήριο μαζί με τους πολλούς κοινούς ποινικούς καταδίκους».

Στο καλό της υπόθεσης αναφέρθηκε στην εφαρμογή του άρθρου 33 του νέου ποινικού κώδικα.

«Το άρθρο 33 του νέου ποινικού κώδικα ήταν μια απαίτηση δεκαετιών στο νομικό κόσμο. Μέχρι τώρα δεν υπήρχε κάποια διάταξη που να νομοθετείται η ηθική σύγκρουση καθήκοντος. Δεν μπορούσε κάποιος να απαλλαγεί από το γεγονός ότι είχε εσωτερική, συνειδησιακή σύγκρουση συμφερόντων. Πλέον το κατοχυρώνει το άρθρο 33 και αυτό αναδείχθηκε στο δικαστήριο. Δεν είναι δυνατόν να περιμένεις από έναν Ιεράρχη της Ορθοδόξου Εκκλησίας να μην κάνει έστω εσωτερική λιτανεία. Να μην βγάλει τον Άγιο έξω από το ιερό. Είναι αδιανόητο για την Κέρκυρα».

Για τη στάση απέναντι στο κράτος, είπε: «Όλοι πειθαρχήσαμε στα θέσμια του κράτους. Ακριβώς διότι έκαναν επίκληση του κινδύνου της ζωής και η Εκκλησία όταν υπάρχει κίνδυνος ζωής πρώτη αυτή ανταποκρίνεται όπως πρέπει και σωστά κάναμε υπακοή στον Καίσαρα. Από εκεί και πέρα όμως τα του Καίσαρος τω Καίσαρι και τα του Θεού τω Θεώ. Η λιτανεία είναι δική μας υπόθεση. Η Θεία Ευχαριστία είναι αδιαπραγμάτευτη εσωτερική υπόθεση της Εκκλησίας. Αλλιώς ας έρθουν οι υπουργοί να κάνουν προσκομιδή. Κι’ αλλιώς ας τολμήσουν να απλώσουν χέρι στην Αγία Τράπεζα. Είδαμε πολλούς ασεβείς στο παρελθόν. Ευελπιστώ δεν θα δούμε τα ίδια φαινόμενα στις μέρες μας».

Διαδώστε:
Ροή Ειδήσεων