Μήτηρ και Θυγάτηρ, Κωνσταντινούπολη και Σόφια, συναντώνται “ἐν τῷ ἑνί Ποτηρίῳ” στον τόπο ασκήσεως του Αγίου Ιωάννη της Ρίλας
Με την υψηλή παρουσία του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου η Εκκλησία της Βουλγαρίας κορυφώνει σήμερα τους επετειακούς εορτασμούς προς τιμήν του Αγίου Ιωάννη της Ρίλας – 1150 χρόνια από την γέννησή του και 1080 χρόνια από την κοίμησή του, όπου στην ομώνυμη ιερά Μονή του πνευματικού προστάτη της Βουλγαρίας οι δύο Προκαθήμενοι θα συλλειτουργήσουν σήμερα επιβεβαιώνοντας με το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας την ενότητα των δύο Εκκλησιών.
Αυτοί την ώρα τελείται Πατριαρχικό συλλείτουργο μεταξύ του Οικουμενικού Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίου και του Πατριάρχη Βουλγαρίας κ.κ. Δανιήλ.
Μάλιστα, τόσο κατά την υποδοχή του Οικουμενικού Πατριάρχη στο Συνοδικό Μέγαρο στη Σόφια όσο και κατά τη χθεσινή Θεία Λειτουργία στον Καθεδρικό Ναό του Αγίου Αλεξάνδρου Νιέφσκι έγινε ιδιαίτερη αναφορά έκανε στους δεσμούς της Εκκλησίας της Βουλγαρίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο, το οποίο ο Πατριάρχης Βουλγαρίας κ.κ. Δανιήλ χαρακτήρισε «Μητέρα Εκκλησία», από την οποία οι πρόγονοι των Βουλγάρων έλαβαν την Ορθόδοξη πίστη.
Στη σημερινή συλλειτουργία αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και μετά την χθεσινή Θεία Λειτουργία στην οποία παρέστησαν συμπροσευχόμενοι οι δύο Προκαθήμενοι.
Η προσφώνηση του Πατριάρχη Βουλγαρίας
Ο Πατριάρχης Βουλγαρίας κ.κ. Δανιήλ προσφωνόντας τον Οικουμενικό Πατριάρχη κ.κ. Βαρθολομαίο ανέφερε:
Μετ’ ἀδελφικῆς ἀγάπης ἐν τῷ Σωτῆρι Χριστῷ, μετὰ τιμῆς, σεβασμοῦ καὶ ἰδιαιτέρας πνευματικῆς χαρᾶς, καλωσορίζομεν καὶ πάλιν ἐν μέσῳ ἡμῶν, κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν σημερινὴν ἀναστάσιμον ἡμέραν, τοὺς ὑψηλοτάτους καὶ προσφιλεῖς ἐπισκέπτας ἡμῶν ἐκ τῆς ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως. Ἀνταποκρινόμενοι εἰς τὴν ἡμετέραν πρόσκλησιν, ἦλθον διὰ νὰ τιμήσωμεν ἀπὸ κοινοῦ, ἐν ἑνότητι καὶ κοινωνίᾳ τῆς πίστεως ἀδελφικῇ, τὴν μνήμην τοῦ ἐν Ὁσίοις θαυμαστοῦ πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου, τοῦ ἐρημίτου τῆς Ῥίλας καὶ θαυματουργοῦ, οὐρανίου προστάτου καὶ πρεσβευτοῦ σύμπαντος τοῦ βουλγαρικοῦ λαοῦ. Μόνον μοιραζομένη μὲ τοὺς συνανθρώπους μας, ἡ χαρὰ δύναται νὰ πολλαπλασιασθῇ καὶ νὰ καταστῇ ἔτι πληρεστέρα καὶ οὕτω τελειοτέρα. Καὶ ἐὰν τοῦτο ἰσχύῃ διὰ κάθε ἀνθρωπίνην χαράν, πολλῷ δἒ μᾶλλον ἰσχύει διὰ τὴν χαρὰν τῆς Ἐκκλησίας, ἡ ὁποία πηγάζει ἀπὸ τὸν Θεμελιωτὴν τῆς πίστεώς μας, Ὅστις καὶ σήμερον μᾶς καλεῖ, ὅπως ἄλλοτε τοὺς ἁγίους Αὐτοῦ μαθητάς, καὶ λέγει: «Χαίρετε!» (Ματθ. 28,9).
Ἡ πληρότης αὕτη τῆς ἐν Κυρίῳ χαρᾶς εἶναι ὁ γλυκὺς καρπὸς τῆς ἡμετέρας ἑνότητος ἐν τῇ πίστει, ἐν τοῖς Μυστηρίοις καὶ ἐν τῇ κληρονομίᾳ τῶν Ἁγίων. Τὴν πληρότητα αὐτὴν μαρτυρεῖ καὶ ὁ ἅγιος ἀπόστολος Παῦλος, ὅταν εἰς τὴν πρὸς Φιλιππησίους Ἐπιστολὴν αὐτοῦ προτρέπει· «… πληρώσατέ μου τὴν χαράν, ἵνα τὸ αὐτὸ φρονῆτε, τὴν αὐτὴν ἀγάπην ἔχοντες, σύμψυχοι, τὸ ἓν φρονοῦντες» (Φιλιπ. 2, 2). Καὶ πράγματι, εἶναι δυνατὸν ἆράγε νὰ ὑπάρχῃ χαρὰ ἐκεῖ ὅπου δὲν ὑφίσταται ἡ ἑνότης ὁμοῦ μετὰ τῆς ὁμοφροσύνης; Ἡ σχέσις μεταξὺ χαρᾶς καὶ ἑνότητος εἶναι ἄμεσος καὶ φυσική. Ἡ μία ἀπορρέει ἀνεκβίαστα ἀπὸ τὴν ἄλλην· ἀντιστρόφως, ἡ ἔλλειψις ἑνότητος εἰς τὴν Ἐκκλησίαν τοῦ Χριστοῦ σημαίνει καὶ ἔλλειψιν πληρότητος καὶ ἀπουσίαν τῆς ἐν Χριστῷ χαρᾶς.
Εἰς αὐτὴν ταύτην τὴν ηὐλογημένην καὶ πλήρη χάριτος ἑνότητα τῆς πίστεως καὶ τῆς ἐν τῷ Ἀναστάντι Κυρίῳ χαρᾶς μᾶς προσκαλεῖ πάντοτε καὶ ἡ μνήμη τῶν ἁγίων τοῦ Θεοῦ. Οἱ ἅγιοι τῆς Ἐκκλησίας μᾶς συνδέουν τόσον μεταξύ μας, ὅσον καὶ μὲ τοὺς ἰδίους καὶ μὲ τὸν Κύριον, πρὸς τὸν Ὁποῖον ὁμοιοῦνται, καὶ μᾶς ὑπομνηματίζουν διαρκῶς ὅτι «… εἷς Κύριος, μία πίστις, ἓν βάπτισμα· εἷς Θεὸς καὶ πατὴρ πάντων, ὁ ἐπὶ πάντων καὶ διὰ πάντων καὶ ἐν πᾶσιν ἡμῖν» (Ἐφ. 4,5-6). Διὰ τοῦτο μᾶς ἑνώνει ἀρραγῶς καὶ ἡ τιμὴ ποὺ ἀποδίδομεν εἰς τοὺς ἁγίους, καθὼς ὅλοι ἀποτελοῦν τὴν πλέον λαμπρὰν μαρτυρίαν διὰ τὴν ἀλήθειαν τῆς ἀμωμήτου καὶ σωτηρίου ἡμῶν πίστεως.
Διὰ τοῦτο καὶ ἀντηχεῖ μὲ τόσην δύναμιν ἡ συνταχθεῖσα ὑπὸ τοῦ ὁσίου καὶ θεοφόρου πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τῆς Ῥίλας Διαθήκη, ἥτις ἀπευθύνεται πρὸς ὅλους ἡμᾶς: «Καὶ πρὸ πάντων σᾶς ἀφήνω ὡς παρακαταθήκην νὰ διαφυλάσσητε τὴν ἁγίαν πίστιν ἄμωμον καὶ ἀλώβητον ἀπὸ κάθε κακολογίαν, ὅπως τὴν παρελάβομεν ἀπὸ τοὺς ἁγίους πατέρας, χωρὶς νὰ τὴν ἀναμειγνύητε μὲ ξένας καὶ διαφόρους διδασκαλίας». Καὶ ἀκόμη προσθέτει: «Καὶ ὅπως σᾶς συνήγαγεν εἰς ἓν ἡ χάρις τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, οὕτω καὶ ὑμεῖς νὰ προσπαθῆτε νὰ ζῆτε μὲ ὁμοψυχίαν καὶ ὁμοφροσύνην». Εἰς τοὺς λόγους αὐτοὺς ἐμπεριέχεται καὶ ἡ παρακαταθήκη ἡ ἀφορῶσα εἰς τὴν ἡμετέραν διακονίαν. Ἡ ὁμοψυχία, εἰς τὴν ὁποίαν μᾶς προσκαλεῖ ὁ ὅσιος, δὲν εἶναι ἀδιαφορία πρὸς τὴν ἀλήθειαν, ἀλλὰ καρπὸς καὶ ἀπόσταγμα τῆς κοινῆς ἡμῶν ζωῆς ἐν Πνεύματι Ἁγίῳ.
Ὁ ὅσιος δὲν μᾶς κληροδοτεῖ ἐπίγειον πλοῦτον, ἀνθρωπίνην δόξαν ἢ πρόσκαιρον καὶ ἐπίκηρόν τι μεγαλεῖον. Μᾶς καταλείπει τὸ πολυτιμότερον: ἤτοι αὐτὴν ταύτην τὴν ὀρθόδοξον πίστιν, τὴν ὁποίαν ἐκήρυξαν οἱ ἀπόστολοι, ὡμολόγησαν οἱ πατέρες καὶ ἐπεκύρωσαν αἱ Οἰκουμενικαὶ Σύνοδοι. Ἡ πίστις αὕτη δὲν εἶναι ἀνθρώπινον εὐμετάβλητον θέσπισμα, ἀλλὰ ἡ ἴδια ἡ ἀποκαλυφθεῖσα ἀλήθεια, ἥτις μόνη δύναται σῶσαι τὸν κόσμον. Διὰ τοῦτο καὶ ὁ Πρωτοκορυφαῖος μᾶς προτρέπει: «Ἄρα οὖν, ἀδελφοί, στήκετε καὶ κρατεῖτε τὰς παραδόσεις ἃς ἐδιδάχθητε, εἴτε διὰ λόγου εἴτε δι’ ἐπιστολῆς ἡμῶν» (Β΄ Θεσ. 2, 15).
Ἡ πιστότης πρὸς τὴν Παράδοσιν ταύτην ἀποτελεῖ τὸ θεμέλιον τῆς ἀληθοῦς ἐκκλησιαστικῆς ἑνότητος. Διότι ἡ ἑνότης τῆς Ἐκκλησίας δὲν εἶναι ἁπλῶς ἐξωτερικὴ συμφωνία, οὔτε καρπὸς ἀποκλειστικῶς ἀνθρωπίνων προσπαθειῶν καὶ συνεννοήσεων. Εἶναι δωρεὰ τῆς χάριτος τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, ἑνότης ἐν τῇ ἀληθείᾳ, ἐν τῇ ἀγάπῃ καὶ ἐν τῇ κοινῇ ὁμολογίᾳ τῆς μιᾶς, ἁγίας, καθολικῆς καὶ ἀποστολικῆς Ἐκκλησίας.
Ὁ ἴδιος ὁ Κύριος Ἰησοῦς Χριστὸς προσευχόμενος πρὸς τὸν οὐράνιον Πατέρα Του διὰ τοὺς ἁγίους Αὐτοῦ μαθητὰς λέγει: «Ἵνα πάντες ἓν ὦσιν» (Ἰω. 17, 21). Ἡ ἑνότης, ὅμως, αὕτη ἐκπορεύεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν: «Ἁγίασον αὐτοὺς ἐν τῇ ἀληθείᾳ σου· ὁ λόγος ὁ σὸς ἀλήθειά ἐστιν» (Ἰω. 17, 17).
Διὰ τοῦτο ἡ ἀγάπη καὶ ἡ ἀλήθεια δὲν δύνανται νὰ ἀντιπαρατίθενται. Ἡ ἀληθινὴ ἀγάπη δὲν ἀπομακρύνεται ἀπὸ τὴν ἀλήθειαν, ἐνῶ ἡ ἀληθινὴ προσήλωσις εἰς τὴν πίστιν δὲν ἐπιτρέπει τὴν ἔχθραν καὶ τὴν σκληροκαρδίαν μεταξὺ τῶν ἀδελφῶν. Ὅταν παραμένωμεν ἐν τῇ ἀληθείᾳ τοῦ Χριστοῦ, τότε παραμένομεν καὶ εἰς τὴν ἀγάπην Του. Αὕτη εἶναι ἡ βασιλικὴ ὁδός, ἡ ὁποία μᾶς προφυλάσσει τόσον ἀπὸ τὴν ἐγκατάλειψιν τῆς ἀληθείας ὅσον καὶ ἀπὸ τὸν πειρασμὸν νὰ μετατρέψωμεν τὸν ζῆλον ὑπὲρ τῆς πίστεως εἰς ἀφορμὴν διαιρέσεως, κατακρίσεως καὶ ἀμοιβαίας ἀποξενώσεως.
Σήμερον, εἰς τὴν ἀρχὴν τῆς τρίτης μετὰ Χριστὸν χιλιετίας, τὸ ἀνθρώπινον γένος βιώνει μίαν περίοδον κατὰ τὴν ὁποίαν ὀξύνονται παλαιοὶ καὶ νέοι βαθεῖς διχασμοί. Οἱ διχασμοὶ οὗτοι ἐπηρεάζουν ἀναποφεύκτως καὶ τὴν ζωὴν τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ, ἡ ὁποία δὲν εἶναι ἀπομονωμένη ἀπὸ τὸν κόσμον, ἀλλὰ ζῇ καὶ συμπάσχει μὲ τὸν πόνον καὶ τὰ παθήματά του. Εἰς καιροὺς ὅπως οἱ σημερινοί, ἡ ἐκκλησιαστικὴ ἑνότης εἶναι περισσότερον ἀπὸ ποτὲ ἄλλοτε ἀναγκαία. Διὰ τοῦτο εἶναι ἀκόμη μεγαλυτέρα καὶ ἡ εὐθύνη τῶν ποιμένων τῆς Ἐκκλησίας νὰ ἐπιδιώκουν καὶ νὰ διαφυλάττουν τὴν ὑπὸ τοῦ Θεοῦ ηὐλογημένην ταύτην ἑνότητα. Ἡ ἄρνησις ἀναλήψεως τῆς εὐθύνης αὐτῆς συνιστᾷ ἐν ταὐτῷ καὶ ἄρνησιν τῆς ἰδίας τῆς οὐσίας τῆς Ἐκκλησίας τοῦ Χριστοῦ καὶ τοῦ Ἰδίου τοῦ Χριστοῦ, ὁ Ὁποῖος λέγει: «… καὶ γενήσεται μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰω. 10, 16). Ὅπως ὁ Χριστὸς ἦλθεν εἰς τὸν κόσμον δι’ ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ δι’ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, «… ἵνα ζωὴν ἔχωσι καὶ περισσὸν ἔχωσιν» (Ἰω. 10,10), οὕτω καὶ ἡ Ἐκκλησία Του, «… ἣν περιεποιήσατο διὰ τοῦ ἰδίου αἵματος» (Πράξ. 20,28), ὑπάρχει εἰς τὸν κόσμον δι’ ὁλόκληρον τὸν κόσμον καὶ διὰ τὴν σωτηρίαν ὅλων τῶν ἀνθρώπων ἀνεξαιρέτως. Ἡ φωνὴ τῆς Ἐκκλησίας εἶναι ἰσχυρὰ καὶ ἐνεργὸς ὅταν οὖσα ἑνιαία ἐκφράζει ἓν κοινὸν φρόνημα.
Σήμερον εἴμεθα συνηγμένοι καὶ ἡνωμένοι ἐν τῇ πίστει, ἐν τῇ προσευχῇ καὶ ἐν τῷ Μυστηρίῳ τοῦ Ἁγίου Ποτηρίου, εἰς τὴν θείαν Εὐχαριστίαν, τὴν ὁποίαν ὁ Χριστὸς παρέδωκεν ἡμῖν ἵνα τελῶμεν αὐτὴν εἰς τὴν Αὐτοῦ ἀνάμνησιν (πρβλ. Λουκ. 22,19). Ἔχομεν συναχθῆ ἐπὶ τὸ αὐτὸ διὰ νὰ τιμήσωμεν ἕνα ἀπὸ τοὺς πλέον θαυμαστοὺς καὶ μεγάλους ἁγίους τοῦ Θεοῦ, τὸν ὅσιον Ἰωάννην τῆς Ῥίλας, διὰ τοῦ ὁποίου ὁ Θεὸς δοξάζει καὶ καταγλαΐζει σήμερον τὸν ὀρθόδοξον βουλγαρικὸν λαόν. Διὰ τοῦτο, ἡ ἡμέτέρα χαρὰ εἶναι πλήρης καὶ ἀληθινή. Εἶναι ἡ χαρὰ τὴν ὁποίαν, κατὰ τοὺς λόγους τοῦ Κυρίου, οὐδεὶς καὶ οὐδὲν δύναται νὰ μᾶς ἀφαιρέσῃ (πρβλ. Ἰω. 16,22). Διὰ τοῦτο, ἂς ἀποτελέσῃ ἡ σημερινὴ προσευχητικὴ ἡμῶν σύναξις μαρτυρίαν ὅτι ἡ ὁδὸς πρὸς τὴν ὑπέρβασιν τῶν δυσχερειῶν καὶ τῶν διαιρέσεων διέρχεται διὰ τῆς ταπεινώσεως, τῆς μετανοίας, τοῦ ἀδελφικοῦ διαλόγου καὶ, πρὸ πάντων, διὰ τῆς κοινῆς πιστότητος πρὸς ὅσα παρελάβομεν παρὰ τῶν ἁγίων ἀποστόλων καὶ πατέρων.
Παναγιώτατε,
Σᾶς εὐχαριστοῦμεν θερμῶς διὰ τὴν παρουσίαν Σας καὶ διὰ τὴν κοινὴν χαρὰν τῆς προσευχῆς κατ’ αὐτὴν ταύτην τὴν εὔσημον ἡμέραν. Εἴθε αἱ πρεσβεῖαι τοῦ ὁσίου Ἰωάννου τῆς Ῥίλας τοῦ θαυματουργοῦ νὰ ἐνισχύουν τὰς ἀδελφικὰς σχέσεις μεταξὺ τῶν ἡμετέρων Ἐκκλησιῶν καὶ νὰ μᾶς ἐμπνέουν νὰ διακονῶμεν μὲ ἀκόμη μεγαλυτέραν προθυμίαν τὴν ἀλήθειαν τοῦ Χριστοῦ καὶ τὴν ἑνότητα τῆς Ὀρθοδόξου Ἐκκλησίας. Εἰς πάντας ὑμᾶς, ἀγαπητοὶ ἐν Κυρίῳ ἀδελφοί, εὐχόμεθα πνευματικὴν προκοπήν, ἀκλόνητον πίστιν καὶ δαψιλεστάτην τὴν ἐπικουρίαν τοῦ Παναγίου Πνεύματος ἐπὶ τὰ ἀγαθὰ ὑμῶν ἔργα.
Εἴθε, διὰ τῶν πρεσβειῶν τοῦ οὐρανίου ἡμῶν προστάτου, ὁ Θεὸς νὰ διαφυλάξῃ τὸ ηὐλογημένον Ὀρθόδοξον γένος, νὰ ἐνισχύσῃ τὴν ἁγίαν Αὐτοῦ Ἐκκλησίαν καὶ νὰ πληρώσῃ πάντα τὰ πρὸς σωτηρίαν αἰτήματα.
Ταῖς πρεσβείαις τῆς Ὑπεραγίας Θεοτόκου, τοῦ ἐν Ὁσίοις πατρὸς ἡμῶν Ἰωάννου τῆς Ῥίλας, τῶν σήμερον ἑορταζομένων ἁγίων, τοῦ ἀποστόλου καὶ εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τῆς ἁγίας νεομάρτυρος Χρυσῆς τῆς ἐν Μογλενοῖς, καὶ πάντων τῶν ἁγίων, εἴθε ἡ εἰρήνη καὶ ἡ χάρις τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ καὶ ἐν τῷ Παναγίῳ Πνεύματι ἡ κοινωνία εἴησαν ἀεὶ μεθ’ ἡμῶν!
Πολλὰ καὶ εὐλογημένα ἔτη!

Η αντιφώνηση του Οικουμενικού Πατριάρχη
Στην αντιφώνησή του ο Οικουμενικός Πατριάρχης κ.κ. Βαρθολομαίος αναφέρθηκε στην κοινή μετάβαση των δύο Προκαθημένων στην Ιερά Μονή της Ρίλας, όπου θα τιμούσαν τις επετείους που συνδέονται με τον Όσιο, εκφράζοντας την ευχή ο Θεός να χαρίζει ειρήνη στον δοκιμαζόμενο κόσμο και να ενισχύει τον Πατριάρχη Δανιήλ στην ποιμαντική του διακονία.
Ολόκληρη η αντιφώνηση:
«Ἐπεσκέψατο ὁ Θεὸς τὸν λαὸν αὐτοῦ» (Λουκ. ζ´, 16). Μέ αὐτήν τήν δοξολογικήν κραυγήν τοῦ θαμβωθέντος λαοῦ τῆς Ναΐν κατακλείεται ἡ σημερινή Εὐαγγελική περικοπή, τήν ὁποίαν μᾶς διέσωσεν ἡ εὔγλωττος γραφίς τοῦ σήμερον ἑορταζομένου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Καί μέ τούς ἰδίους αὐτούς λόγους ἐπιθυμοῦμεν καί ἡμεῖς νά ἀρχίσωμεν τήν ἐν τῷ μέσῳ ὑμῶν ἀντιφώνησίν μας. Ὄχι, βεβαίως, διότι ἡ ἡμετέρα Μετριότης τολμᾷ νά ἐξομοιώσῃ ἑαυτήν πρός τήν θείαν ἐπίσκεψιν, ἀλλά διότι γνωρίζομεν ἐκ πείρας ὅτι, ὁσάκις ἀδελφοί συναντῶνται ἐν τῷ ὀνόματι τοῦ Κυρίου καί ἀσπάζονται ἀλλήλους ἐν ἀγάπῃ, Αὐτός ὁ Κύριος ἐπισκέπτεται τόν λαόν Αὐτοῦ καί ἵσταται ἐν τῷ μέσῳ αὐτῶν, κατά τήν ἀψευδῆ ὑπόσχεσίν Του: «οὗ γάρ εἰσι δύο ἢ τρεῖς συνηγμένοι εἰς τὸ ἐμὸν ὄνομα, ἐκεῖ εἰμι ἐν μέσῳ αὐτῶν» (Ματθ. ιη´, 20).
Δόξα, λοιπόν, τῷ ἐν Τριάδι Θεῷ, ὁ Ὁποῖος ἠξίωσεν ἡμᾶς νὰ εὑρισκώμεθα καί πάλιν εἰς τήν εὐλογημένην γῆν τῆς Βουλγαρίας, κατόπιν τιμητικῆς προσκλήσεως τῆς Ὑμετέρας φίλης Μακαριό-τητος καί τῆς σεβασμίας Ἱερᾶς Συνόδου τῆς κατά Βουλγαρίαν Ἁγιωτάτης Ἐκκλησίας. Τιμή μεγάλη καί συγκίνησις βαθεῖα πληροῦν τήν καρδίαν ἡμῶν, καθώς συμπροσηυχήθημεν μετά τοῦ Μακαριωτάτου ἀδελφοῦ ἐντός τοῦ ἱεροῦ βήματος τοῦ περιλάμ-πρου τούτου Πατριαρχικοῦ Καθεδρικοῦ Ναοῦ, ὁ ὁποῖος ἀποτελεῖ τό καύχημα τῆς Σόφιας καί τήν πνευματικήν καρδίαν τῆς Ἐκκλησίας σας. Ἐδῶ ἐψάλησαν εὐχαριστήριοι δοξολογίαι καί ἐπιτάφιοι θρῆνοι, ἐδῶ ἀνῆλθον καί ἀνέρχονται πρός τόν Θεόν αἱ ἱκεσίαι καί αἱ ἐλπίδες τοῦ εὐσεβοῦς Βουλγαρικοῦ λαοῦ.
Εἶναι ἡ πρώτη ἐπίσημος ἐπίσκεψίς μας εἰς τήν Βουλγαρίαν ἀφ᾽ ὅτου ἡ Ὑμετέρα Μακαριότης ἀνῆλθεν εἰς τόν Θρόνον τῆς Σόφιας. Ἡ μνήμη μας ἐπιστρέφει αὐθορμήτως εἰς τάς δύο τελευταίας μας ἐλεύσεις εἰς τήν πόλιν ταύτην κατά τό ἔτος 2024: πρῶτον, τόν Μάρτιον, ὅτε ἤλθομεν πενθηφόροι διά νά προπέμ-ψωμεν εἰς τάς αἰωνίους μονάς τόν ἀοίδιμον Πατριάρχην Νεόφυτον· καί ἔπειτα, ὀλίγον βραδύτερον, ὅτε ἐπανήλθομεν χαίροντες διά νά παραστῶμεν εἰς τήν ἐκλογήν καί ἐνθρόνισιν τῆς Ὑμετέρας Μακαριότητος. Σήμερον ἐρχόμεθα εἰς ὥραν καρπο-φορίας, διά νά ἴδωμεν πῶς ὁ Θεός ηὐλόγησε τά ὅσα τότε μετά προσευχῆς ἐσπάρησαν.
Ἀγαπητοί, τό σημερινόν Εὐαγγέλιον ὁμιλεῖ καί πρός τήν ἰδικήν σας ἐκκλησιαστικήν ἐμπειρίαν τῶν τελευταίων ἐτῶν. Ὁ Κύριος συναντᾷ εἰς τήν πύλην τῆς πόλεως μίαν μητέρα χήραν, ἡ ὁποία συνοδεύει εἰς τόν τάφον τόν μονογενῆ υἱόν της· καί «ἰδὼν αὐτὴν ἐσπλαγχνίσθη ἐπ᾽ αὐτῇ καὶ εἶπεν αὐτῇ· μὴ κλαῖε» (Λουκ. ζ´, 13). Πρό δύο καί ἡμίσεος ἐτῶν καί ἡ ἐν Βουλγαρίᾳ Ἐκκλησία ἐστάθη ὡς χήρα πενθοῦσα πλησίον τῆς κλίνης τοῦ ἀοιδίμου Πρωθιεράρχου της. Τά δάκρυα τοῦ Κλήρου καί τοῦ Λαοῦ ἦσαν δάκρυα τέκνων ἀπορφανισθέντων. Καί ὁ Κύριος, ὁ σπλαγχνι-ζόμενος, εἶπε καί πρός αὐτήν: «μὴ κλαῖε». Ἐχάρισεν εἰς αὐτήν νέον Ποιμένα κατά τήν καρδίαν Του, καί οὕτως, κατά τὸ εὐαγγελικόν ρῆμα, «ἔδωκεν αὐτὸν τῇ μητρὶ αὐτοῦ» (Λουκ. ζ´, 15).
Ἐντός ὀλίγου θά μεταβῶμεν εἰς τόν τάφον τοῦ Πατριάρχου Νεοφύτου, διά νά τελέσωμεν Τρισάγιον ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς του. Εἰς τόν τάφον του δέν θά μεταβῶμεν ὡς οἱ «μὴ ἔχοντες ἐλπίδα», ἀλλ᾽ ὡς μάρτυρες τοῦ Κυρίου, ὁ Ὁποῖος ἥψατο τῆς σοροῦ τοῦ νεανίσκου καί εἶπε: «σοὶ λέγω, ἐγέρθητι» (Λουκ. ζ´, 14). Τό ἴδιον πρόσταγμα ἀναμένει καί ὁ Πατριάρχης Νεόφυτος, μαζί μέ τούς ἀοιδίμους προκατόχους του Κύριλλον καί Μάξιμον. Εἴη ἡ μνήμη αὐτῶν αἰωνία καί ἄληστος!
Καὶ ἐδῶ, Μακαριώτατε ἀδελφέ, ἐπιτρέψατέ μας μίαν προσωπικήν ἐξομολόγησιν. Τόν παρελθόντα Ἰούνιον, εἰς τήν γενέτειράν μας Ἴμβρον, ἡ Ὑμετέρα Μακαριότης, μέ εὐγένειαν ψυχῆς καί λεπτότητα ἀγάπης πού δέν θά λησμονήσωμεν ποτέ, προσεφέρθη νά τελέσῃ Τρισάγιον εἰς τό κοιμητήριον τοῦ χωρίου μας, τῶν Ἁγίων Θεοδώρων, ὑπέρ ἀναπαύσεως τῆς ψυχῆς τῶν προσφιλῶν γονέων μας Χρήστου καί Μερόπης καί τῆς ἀδελφῆς μας Ζαχαρῶς. Σήμερον, ὁ Οἰκουμενικός Πατριάρχης ἀνταποδίδει μετά συγκινήσεως τήν τιμήν ἐκείνην, προσευχόμενος εἰς τόν τάφον τοῦ Προκατόχου Σας. Ἰδού ἡ ἀληθής ἐκκλησιαστική ἑνότης: Δύο Ἐκκλησίαι αἱ ὁποῖαι προσεύχονται ἡ μία διά τούς κεκοιμημένους τῆς ἄλλης, ὡς μία οἰκογένεια, διότι «ἐάν τε οὖν ζῶμεν ἐάν τε ἀποθνήσκωμεν, τοῦ Κυρίου ἐσμέν» (Ρωμ. ιδ´, 8).
Μακαριώτατε καί φίλτατε ἀδελφέ κύριε Δανιήλ,
Ἀπό τῆς ἡμέρας τῆς ἐκλογῆς καί ἐνθρονίσεώς Σας, ἐπαληθεύονται καθημερινῶς αἱ ἐλπίδες ὅλων μας. Ὁ νεώτερος τῇ ἡλικίᾳ μεταξύ τῶν Ὀρθοδόξων Προκαθημένων, ἀναδεικνύεσθε πολιός τῇ φρονήσει, ἀσκητικός τῷ ἤθει, ταπεινός τῇ καρδίᾳ καί ἀκλινής εἰς τήν πιστότητα πρός τήν ἀληθῆ ἐκκλησιαστικήν ὁδόν. Ἐγνωρίσαμεν ἐκ τοῦ σύνεγγυς τήν προσευχητικήν Σας διάθεσιν, τήν ἁπλότητα καί εὐθύτητα τοῦ λόγου Σας, τήν πατρικήν μέριμναν διά τό ποίμνιόν Σας. Ἡ ἐπίσκεψίς Σας εἰς Φανάριον κατά τά Χριστούγεννα τοῦ παρελθόντος ἔτους ἐνεκαινίασε νέαν ἀρχήν εἰς τάς σχέσεις Μητρός καί Θυγατρός Ἐκκλησίας. Ἡ ἔλευσίς Σας εἰς τήν ταπεινήν Ἴμβρον, διά νά συμμετάσχετε εἰς τήν χαράν τῶν ὀνομαστηρίων μας, ἐπεσφράγισε τόν δεσμόν τοῦτον μέ τήν σφραγῖδα τῆς προσωπικῆς φιλίας.
Κατά τήν ἡμέραν ἐκείνην τῆς 30ῆς Ἰουνίου 2024, ὅτε διά πρώτην φοράν εἰς τήν ἐκκλησιαστικήν μας ἱστορίαν Οἰκουμενικός Πατριάρχης παρέστη εἰς τήν ἀνάδειξιν τοῦ ἐν ὑμῖν πρώτου, ἐνθυμούμεθα ὅτι ἐμνήσθημεν τῶν λόγων τοῦ ἐν Ἁγίοις προκατόχου ἡμῶν Φωτίου τοῦ Μεγάλου πρός τόν Βόριδα-Μιχαήλ: «Δεῖ δὲ τὰς ἀρετὰς τῇ πίστει παραπεπηγέναι καὶ δι᾽ ἀμφοῖν τὸν σπουδαῖον καταρτίζεσθαι». Καί ἀνεβοήσαμεν τότε, «στεντορείᾳ τῇ φωνῇ καὶ παλλομένῃ τῇ καρδίᾳ», τό «Ἄξιος»! Σήμερον, μετά δύο καί πλέον ἔτη Πατριαρχίας, βλέπομεν τήν ἐλπίδα ἐκείνην ἐπαληθευομένην. Ἡ νέα ἐποχή, τήν ὁποίαν τότε ἐχαιρετίσαμεν, ἐποχή ὑπερβάσεως τῶν ἱστορικῶν ἀγκυλώσεων καί «ἐπανεκκλη-σιοποιήσεως» τῶν διορθοδόξων σχέσεων, ἀπέκτησεν ἤδη πρόσωπον καί περιεχόμενον. Καί ὅπως Σᾶς ἐβεβαιώσαμεν ἐκείνην τήν ἡμέραν, οὕτω καί σήμερον ἐπαναλαμβάνομεν: εἰς τό ταπεινόν, πλήν ἀειλαμπές Φανάριον, πάντοτε θά εὑρίσκετε κατανόησιν, στήριξιν καί ἀρωγήν. Ἄξιος, ἅγιε Ἀδελφέ, καί πάλιν Ἄξιος!
Δι᾽ αὐτό καί δυνάμεθα νά ἐπαναλάβωμεν δι᾽ Ὑμᾶς ὅσα ἔγραφεν ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διά τούς πιστούς συνεργάτας του, εἰς τήν σημερινήν ἀποστολικήν περικοπήν: «οὗτοι μόνοι συνεργοὶ εἰς τὴν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ, οἵτινες ἐγενήθησάν μοι παρηγορία» (Κολ. δ´, 11). Ναί, Μακαριώτατε! Εἶσθε διά τήν Μητέρα Ἐκκλησίαν τῆς Κωνσταντινουπόλεως καί διά τήν ἡμετέραν Μετριότητα προσωπικῶς, συνεργός εἰς τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ καί παρηγορία!
Ἀδελφοί καί τέκνα ἐν Κυρίῳ,
Ἡ Κυριακή αὐτή συμπίπτει, χάριτι θείᾳ, μέ τήν μνήμην τοῦ ἐνδόξου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ. Τόν ὀνομάζει ὁ Ἀπόστολος Παῦλος, «Λουκᾶν τὸν ἰατρὸν τὸν ἀγαπητόν» (Κολ. δ´, 14). Ἰατρός τῶν σωμάτων κατά τήν ἐπιστήμην, ἀνεδείχθη ἰατρός τῶν ψυχῶν κατά χάριν. Ἔγραψε τό Εὐαγγέλιον τῆς εὐσπλαγχνίας τοῦ Θεοῦ, ὅπου ὁ Χριστός σπλαγχνίζεται τήν χήραν τῆς Ναΐν, ἀναζητεῖ τό ἀπολωλός πρόβατον, ἀναμένει τόν ἄσωτον υἱόν. Ἔγραψε καί τάς Πράξεις τῶν Ἀποστόλων, ὅπου ἡ Ἐκκλησία γεννᾶται ὡς πορεία, ὡς ἀποστολή, ὡς συνεχής ἐπίσκεψις τῶν ἀδελφῶν ἀπό πόλεως εἰς πόλιν. Κατά δέ τήν εὐσεβῆ Παράδοσιν, ἱστόρησε πρῶτος τήν ἁγίαν εἰκόνα τῆς Θεοτόκου, τῆς Ὁδηγητρίας, τήν ὁποίαν διεφύλαξεν ἐπί αἰῶνας ἡ Βασιλίς τῶν Πόλεων. Καί τά ἱερά λείψανά του μετεκομίσθησαν εἰς τόν ἐν Κωνσταντινουπόλει περίλαμπρον Ναόν τῶν Ἁγίων Ἀποστόλων. Ὁ Ἅγιος Λουκᾶς εἶναι, λοιπόν, καί ἰδικός μας. Ἐν τῷ προσώπῳ του συναντῶνται σήμερον ἡ Κωνσταντινούπολις καί ἡ Σόφια συμπροσευχόμεναι καί συλλειτουργοῦσαι.
Ἐπιτρέψατέ μας νά ἀναγνώσωμεν τάς σημερινάς ἀποστολικάς καί εὐαγγελικάς περικοπάς μέ τούς ὀφθαλμούς τοῦ «ἀγαπητοῦ ἰατροῦ». Πρῶτον, ὁ Ἀπόστολος Παῦλος διακηρύσσει πρός τούς Γαλάτας: «τὸ εὐαγγέλιον τὸ εὐαγγελισθὲν ὑπ᾽ ἐμοῦ οὐκ ἔστι κατὰ ἄνθρωπον· οὐδὲ γὰρ ἐγὼ παρὰ ἀνθρώπου παρέλαβον αὐτό… ἀλλὰ δι᾽ ἀποκαλύψεως Ἰησοῦ Χριστοῦ» (Γαλ. α´, 11-12). Αὐτό ἀκριβῶς ὁμολογεῖ καί ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία. Τό φῶς τῆς πίστεως, τό ὁποῖον ἐξεπέμφθη ἐκ τῆς Πόλεως τοῦ Κωνσταντίνου διά τῶν Ἁγίων Κυρίλλου καί Μεθοδίου καὶ τῶν μαθητῶν των καί ἔλαμψεν ἐνταῦθα, δέν ἦτο ἰδικόν μας κτῆμα. Ἦτο δῶρον τοῦ Χριστοῦ, τό ὁποῖον παρελάβομεν διά νά τό μεταδώσωμεν. Ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία δέν κομίζει εἰς τά τέκνα της ἰδικόν της πλοῦτον· κομίζει τό Εὐαγγέλιον τό «οὐ κατὰ ἄνθρωπον». Διά τοῦτο καί ἡ μητρότης της δέν εἶναι ἐξουσία, ἀλλά διακονία καί εὐθύνη.
Ὁ ἴδιος ὁ Ἀπόστολος τῶν Ἐθνῶν, ὁ λαβών τό Εὐαγγέλιον ἀπ᾽ εὐθείας παρά Κυρίου, δέν τό ἐκράτησε διά τόν ἑαυτόν του. «Ἔπειτα μετὰ ἔτη τρία ἀνῆλθον εἰς Ἱεροσόλυμα ἱστορῆσαι Πέτρον, καὶ ἐπέμεινα πρὸς αὐτὸν ἡμέρας δεκαπέντε» (Γαλ. α´, 18). Ἰδού τό πρῶτον ὑπόδειγμα τῆς ἀδελφικῆς ἐπισκέψεως μεταξύ Ἀποστόλων. Ἡ ἀληθής πίστις ζητεῖ τήν κοινωνίαν, ἐπιβεβαιοῦται ἐν τῇ συναντήσει, ζῇ ἐν τῇ ἑνότητι. Αὐτό καὶ πράττομεν σήμερον: ἐπισκεπτόμεθα ἀλλήλους, ἀκούομεν ἀλλήλους, συμπροσευ-χόμεθα, ἵνα «μή πως εἰς κενὸν τρέχωμεν» (πρβλ. Γαλ. β´, 2).
Δεύτερον, πρός τούς Κολοσσαεῖς ὁ Ἀπόστολος παραγγέλλει: «Ἀσπάσασθε τοὺς ἐν Λαοδικείᾳ ἀδελφούς… καὶ ὅταν ἀναγνωσθῇ παρ᾽ ὑμῖν ἡ ἐπιστολή, ποιήσατε ἵνα καὶ ἐν τῇ Λαοδικέων ἐκκλησίᾳ ἀναγνωσθῇ» (Κολ. δ´, 15-16). Ἤδη ἀπό τήν πρώτην ἀποστολικήν γενεάν, αἱ κατά τόπους Ἐκκλησίαι ἀνταλλάσσουν ἀσπασμούς, μοιράζονται τόν λόγον τοῦ Θεοῦ. Αὐτός εἶναι ὁ τρόπος τῆς Ὀρθοδοξίας: αὐτοκέφαλοι Ἐκκλησίαι, ἀλλ᾽ οὐδέποτε αὐτάρκεις· πάντοτε ἐν ἀγάπῃ ἀλληλένδετοι. Καί ὁ Ἀπόστολος συνιστᾷ: «ὁ λόγος ὑμῶν πάντοτε ἐν χάριτι, ἅλατι ἠρτυμένος» (Κολ. δ´, 6). Εἴθε ὁ λόγος μεταξύ τῶν Ἐκκλησιῶν μας νά εἶναι πάντοτε τοιοῦτος: λόγος χάριτος, λόγος εἰλικρινείας, λόγος ὁ ὁποῖος θεραπεύει καί δέν πληγώνει. Ἐπισφραγίζει δέ τήν ἐπιστολήν ὁ Παῦλος μέ τήν παράκλησιν: «μνημονεύετέ μου τῶν δεσμῶν» (Κολ. δ´, 18). Τήν αὐτήν παράκλησιν ἀπευθύνει καί ἡ Πρωτόθρονος Ἐκκλησία τοῦ Φαναρίου πρός τά ἐν Βουλγαρίᾳ τέκνα της: μνημονεύετε τόν Σταυρόν τόν ὁποῖον βαστάζει καί προσεύχεσθε δι᾽ αὐτήν.
Τρίτον, ἡ Εὐαγγελική περικοπή μᾶς μεταφέρει εἰς τήν ἀποστολήν τῶν Ἑβδομήκοντα Ἀποστόλων, εἷς ἐκ τῶν ὁποίων, κατά τήν Παράδοσιν, ὑπῆρξε καί ὁ Λουκᾶς. «Ὁ ἀκούων ὑμῶν ἐμοῦ ἀκούει, καὶ ὁ ἀθετῶν ὑμᾶς ἐμὲ ἀθετεῖ» (Λουκ. ι´, 16). Λόγος φοβερός διά κάθε Ἐπίσκοπον, διότι μᾶς ὑπενθυμίζει ὅτι δέν ὁμιλοῦμεν ἐξ ἡμῶν καί ἐξ ἰδίων, ἀλλά δι᾽ ἡμῶν ἀκούεται μόνον ὁ Χριστός. Οἱ Ἑβδομήκοντα «ὑπέστρεψαν μετὰ χαρᾶς», ἀλλ᾽ ὁ Κύριος διορθώνει τήν χαράν των: «μὴ χαίρετε ὅτι τὰ πνεύματα ὑμῖν ὑποτάσσεται, χαίρετε δὲ ὅτι τὰ ὀνόματα ὑμῶν ἐγράφη ἐν τοῖς οὐρανοῖς» (Λουκ. ι´, 17 καί 20). Ἡ χαρά τῆς Ἐκκλησίας δέν εἶναι ἡ καύχησις τῆς ἐγκοσμίου ἰσχύος ἤ τῆς ἐπιρροῆς· εἶναι ἡ χαρά τῆς σωτηρίας. Καί τότε ὁ Ἰησοῦς «ἠγαλλιάσατο τῷ πνεύματι» καί εὐχαρίστησε τόν Πατέρα, ὅτι «ἀπέκρυψε ταῦτα ἀπὸ σοφῶν καὶ συνετῶν, καὶ ἀπεκάλυψεν αὐτὰ νηπίοις» (πρβλ. Λουκ. ι´, 21).
Ὁποῖον δέ καλύτερον ὑπόδειγμα πνευματικοῦ νηπίου ἀπό τόν Ὅσιον Ἰωάννην τῆς Ρίλας, τόν ὁποῖον αὔριον θά ἑορτάσωμεν ὁμοῦ; Ἐγκατέλειψε τά πάντα, ἐκρύβη εἰς τά σπήλαια καί τά δάση τοῦ ὄρους, ἠρνήθη τόν χρυσόν τοῦ ἡγεμόνος, καί ὅμως, ὁ ἀποκρυβείς ἀπό τόν κόσμον ἀπεκαλύφθη ὡς φωστήρ ὅλου τοῦ Βουλγαρικοῦ Γένους καί συμπάσης τῆς Ὀρθοδοξίας.
Τέκνα ἐν Κυρίῳ προσφιλέστατα,
Ἀπό τήν ἡμέραν καθ᾽ ἥν ὁ Ἅγιος Φώτιος ὁ Μέγας ἐδέχθη ὡς πνευματικόν τέκνον τόν Ἡγεμόνα Βόριδα-Μιχαήλ, καί ἀπό τήν εὐλογημένην ἐκείνην σποράν τῶν Ἰσαποστόλων Κυρίλλου καί Μεθοδίου καί τῶν Ἁγίων Κλήμεντος Ἀχρίδος καί Ναούμ Πρεσλάβας, ἡ Ἁγία τοῦ Χριστοῦ Μεγάλη Ἐκκλησία οὐδέποτε ἔπαυσε νά σᾶς ἀγαπᾷ καί νά σᾶς περιβάλλῃ μέ στοργήν. Συνέχαιρεν εἰς τάς χαράς σας καί συνελυπεῖτο εἰς τάς δοκιμασίας σας. Καί ὅταν τά δύσκολα τῆς ἱστορίας ἔφεραν πληγάς καί διαστάσεις, ἡ Μήτηρ Ἐκκλησία ἐστάθη πλησίον σας διά νά θεραπεύσῃ καί νά εἰρηνεύσῃ: τό 1945, διά τῆς ἄρσεως τοῦ Σχίσματος· τό 1961, διά τῆς ἀπονομῆς τῆς Πατριαρχικῆς ἀξίας εἰς τήν Ἐκκλησίαν σας· τό 1998, διά τῆς Μείζονος καί Ὑπερτελοῦς Συνόδου τῆς Σόφιας, διά τῆς ὁποίας ἐπουλώθη ἡ πληγή τοῦ ἐσωτερικοῦ διχασμοῦ. Σήμερον ὑπάρχει ἐν Βουλγαρίᾳ «μία ποίμνη, εἷς ποιμήν» (Ἰωάν. ι´, 16), καί δοξάζομεν δι᾽ αὐτό τόν Θεόν.
Ὑπέρ τούς ἕνδεκα αἰῶνας Ὀρθοδόξου μαρτυρίας ἔχουν σφραγίσει τόν λαόν σας. Διά μέσου δοκιμασιῶν, πολέμων καί ἀθεϊστικοῦ διωγμοῦ, δέν ἐγκατελείψατε τήν πίστιν τῶν πατέρων σας. Ἐφυλάξατε τήν Θείαν Λειτουργίαν πού σᾶς παρέδωκαν οἱ Ἰσαπόστολοι ἀδελφοί, τάς ἱεράς Μονάς σας, τήν εὐλάβειαν πρός τούς Ἁγίους τῆς πίστεώς μας. Διά τοῦτο καί οἱ Ναοί σας εἶναι πλήρεις σήμερον, καί τό πρόσωπον τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Ρίλας συνοδεύει πλέον ὄχι μόνον τάς προσευχάς, ἀλλά καί τήν καθημερινότητα κάθε Βουλγάρου, ἀποτυπωμένον εἰς τό νέον νόμισμα τῆς Χώρας. Εἶναι μία σιωπηλή ὁμολογία: ὅτι ὁ ἀληθής θησαυρός τοῦ λαοῦ σας εἶναι οἱ Ἅγιοί του.
Αὔριον, σύν Θεῷ, οἱ δύο Προκαθήμενοι θά ἀνέλθωμεν ἀπό κοινοῦ εἰς τήν Ἱεράν Μονήν τῆς Ρίλας, διά νά τιμήσωμεν τήν 1150ήν ἐπέτειον ἀπό τῆς γεννήσεως καί τήν 1080ήν ἀπό τῆς κοιμήσεως τοῦ οὐρανίου σας Προστάτου. Ἐκεῖ, εἰς τόν τόπον τῆς ἀσκήσεώς του, θά συναντηθοῦν ἐν τῷ ἑνί Ποτηρίῳ ἡ Μήτηρ καὶ ἡ Θυγάτηρ, ἡ Κωνσταντινούπολις καί ἡ Σόφια, ἐν τῇ αὐτῇ δοξολογίᾳ.
Δέν θά κρύψωμεν ἀπό ὑμᾶς, ἀγαπητοί, καί μίαν ἀκόμη προσωπικήν συγκίνησιν. Ἡ παροῦσα ἐπίσκεψίας μας πραγματο-ποιεῖται, κατά εὐτυχῆ συγκυρίαν, ὀλίγον μόνον πρό τῆς ἡμέρας καθ᾽ ἥν, πρό τριάκοντα καί πέντε ἐτῶν, ἡ ἀνεξιχνίαστος χάρις τοῦ Παναγίου Πνεύματος καί ἡ τιμία ψῆφος τῶν ἀδελφῶν Ἀρχιερέων ἀνέδειξαν τήν ἡμετέραν Μετριότητα ὡς τόν ἐλέῳ Θεοῦ Ἀρχιεπίσκοπον Κωνσταντινουπόλεως – Νέας Ρώμης. Δέν θεωροῦ-μεν τυχαῖον ὅτι ἡ ἐπέτειος αὕτη μᾶς εὑρίσκει ἐν μέσῳ ὑμῶν. Τόν Ἰούνιον, ὁ Μακαριώτατος ἀδελφός Δανιήλ ἦλθεν εἰς τήν Ἴμβρον διά νά εορτάσῃ μαζί μας τά ὀνομαστήριά μας· σήμερον ἡ Βουλγαρία μᾶς προσφέρει τόν στέφανον τῆς προσευχῆς της πρό τῆς ἐπιστροφῆς μας εἰς τήν Πόλιν. Καί μέ τήν ταπεινότητα τοῦ ἀνθρώπου πού γνωρίζει τάς ἀσθενείας του, ἀπευθυνόμεν πρός πάντας ὑμᾶς τήν παράκλησιν τοῦ Ἀποστόλου: «μνημονεύετέ μου». Μνημονεύετε καί ἡμῶν εἰς τάς προσευχάς σας, ἵνα ὁ Κύριος μᾶς ἐνισχύῃ νά αἴρωμεν τόν σταυρόν τῆς διακονίας τῆς Μεγάλης Ἐκκλησίας τῆς Κωνσταντινουπόλεως, δι᾽ ὅσον χρόνον Ἐκεῖνος ἐπιθυμεῖ, εἰς δόξαν τοῦ Παναγίου Ὀνόματός Του καί «ὑπέρ εὐσταθείας τῶν Ἁγίων τοῦ Θεοῦ Ἐκκλησιῶν».
Μακαριώτατε ἀδελφέ καί συλλειτουργέ, ἅγιοι Ἀρχιερεῖς, τέκνα ἐν Κυρίῳ ἀγαπητά,
Εἴθε, ταῖς πρεσβείαις τῆς ὑπερευλογημένης Δεσποίνης ἡμῶν Θεοτόκου καί ἀειπαρθένου Μαρίας, τῆς Ὁδηγητρίας πάντων ἡμῶν, τοῦ ἑορταζομένου Ἁγίου Ἀποστόλου καί Εὐαγγελιστοῦ Λουκᾶ, τῶν Ἰσαποστόλων Κυρίλλου καί Μεθοδίου, τοῦ Ὁσίου Ἰωάννου τῆς Ρίλας καί πάντων τῶν Ἁγίων τῆς Βουλγαρικῆς γῆς, ὁ Πανάγαθος Θεός νά σκέπῃ τήν θεόσωστον Χώραν σας καί νά χαρίζῃ εἰρήνην εἰς τόν δοκιμαζόμενον κόσμον μας. Νά στηρίζῃ δέ τήν Ὑμετέραν Μακαριότητα εἰς πολλά καί εὐλογημένα ἔτη Πατριαρχίας, ἐν ὑγείᾳ καί δαψιλεῖ πνευματικῇ καρποφορίᾳ, ἀεί «ὀρθοτομοῦσαν τὸν λόγον τῆς ἀληθείας».
Δόξα τῷ Θεῷ πάντων ἕνεκεν! Αὐτῷ ἡ δόξα καί τό κράτος εἰς τούς αἰῶνας τῶν αἰώνων. Ἀμήν!

Φωτογραφίες: Νίκος Παπαχρήστου
H αναδημοσίευση του παραπάνω άρθρου ή μέρους του επιτρέπεται μόνο αν αναφέρεται ως πηγή το ORTHODOXIANEWSAGENCY.GR με ενεργό σύνδεσμο στην εν λόγω καταχώρηση.
Ακολούθησε το ORTHODOXIANEWSAGENCY.gr στο Google News και μάθε πρώτος όλες τις ειδήσεις.










