25/12/2018 25/12/2018 Ο ορθόδοξος διαδικτυακός ιστοτόπος «ΔΕΣΠΟΤΑΤΟ» δημοσιεύει κείμενο του δασκάλου – συγγραφέα +Λάμπρου Aπ. Τατσιοπούλου υπό τον τίτλο «Χριστούγεννα στο Κομπότι της Άρτας»:   «Ἀλλοιώτικη ξεμέρωνε στὸ ὄμορφο χωριό μας, στὸ Κομπότι, ἡ ἅγια των Χριστουγέννων ἡ παραμονή. Χαρούμενη, ἡ μέρα, τὸν κόσμο καὶ τὸν τόπο ἡμέρευε. Ὅλων ξεστέρωναν τὰ πρόσωπα. Ξαστέρωνε καὶ ἡ πλάση. Ἡ...
25 Δεκεμβρίου, 2018 - 15:49

Χριστούγεννα στὸ Κομπότι τῆς Ἄρτας

Διαδώστε:
Χριστούγεννα στὸ Κομπότι τῆς Ἄρτας

Ο ορθόδοξος διαδικτυακός ιστοτόπος «ΔΕΣΠΟΤΑΤΟ» δημοσιεύει κείμενο του δασκάλου – συγγραφέα +Λάμπρου Aπ. Τατσιοπούλου υπό τον τίτλο «Χριστούγεννα στο Κομπότι της Άρτας»:

 

«Ἀλλοιώτικη ξεμέρωνε στὸ ὄμορφο χωριό μας, στὸ Κομπότι, ἡ ἅγια των Χριστουγέννων ἡ παραμονή.

Χαρούμενη, ἡ μέρα, τὸν κόσμο καὶ τὸν τόπο ἡμέρευε. Ὅλων ξεστέρωναν τὰ πρόσωπα. Ξαστέρωνε καὶ ἡ πλάση. Ἡ καρδιὰ ὁλάνοιχτη πλημμύριζε χαρά, ἀγάπη, καλωσύνη καὶ συμπόνια. Πρωὶ – πρωὶ οἱ ἦχος τῆς καμπάνας χαρούμενό μας ἔστελναν τὸ μήνυμα τῆς πίστης: «Ἄσατε τῷ Κυρίω πάσα ἡ γῆ καὶ ἐν εὐφροσύνη ἀνυμνήσατε λαοὶ ὅτι δεδόξασται».

Γνώριμη εὐχὴ τὰ στόματα ξεστόμιζαν: «Χρόνια πολλὰ καὶ τοῦ χρόνου μὲ τὴν εἰρήνη τοῦ Χριστοῦ».

Πνίγονταν τότε στὸν ἀέρα ὁλόγυρα τα ρεκατὰ τῶν ζώων! Ξεψύχιζαν, καὶ ἡ ψυχὴ τοὺς ἔφευγε μὲ τὸν ἀέρα, ποὺ χαρχάριζε τὸ αἷμα στὸ κομμένο τους λαρύγγι. Καὶ ὥσπου νὰ ἀνέβουν ἀπὸ τὸν Ἅδη κάποιες ψυχές, νὰ πιούν, νὰ πιούν ….. κρεμοῦσαν στὰ τσιγγέλια τὰ σφαχτά πλυμμένα, ἀρωματισμένα, καθαρὰ καὶ κάρφωναν στὸ μπούτι τὸ πηρούνι – σκιάχτρο τους …..

Κι ἄλλες, κοντὰ στὸ τζάκι καθισμένες, τὰ καθαρὰ ροῦχα τῆς γιορτῆς ἑτοίμαζαν. Μπάλωναν καὶ κόλλαγαν κουμπιά, σιδέρωναν μὲ σίδερα φραγκαραφτάδικα καὶ κολλάριζαν.

Τὰ πέραγαν ἀπάνω ἀπὸ τὴν φλόγα καὶ τὰ δίπλωναν, νὰ ἀλλάξει ἡ φαμελιὰ πρότου νὰ πέσει, νάναι ἕτοιμη πολὺ πρωί, πρωὶ μὲ τὴν καμπάνα.

Ἄλλες τ΄ἀλεύρι σταύρωναν στὴ σίτα. Χριστόψωμα χρειάζονταν.

Χρειάζονταν σταυρούδια, δῶρα ἀγοριῶν, κουτσοῦνες γιὰ τὰ κορίτσια. Ὅλα τα παιδιά, τὰ καρτεροῦσαν.

Ἂπ΄τὴν νουνὰ τους τάχαν σίγουρα τ΄ἀναδεχτούδια, καὶ τάβλεπαν στὸν ὕπνο τους, νάρχωνται τυλιγμένα μὲ τὰ συκοκάρυδα, σὰν καὶ τῶν Φώτων τὰ φωτίκια. Καὶ φίληγαν, φιλοῦσαν, ξαναφίληγαν στὸν ὕπνο τοὺς τὸ χέρι τῆς νουνᾶς !

Ἄργα τὸ βράδυ, ποὺ ἔπαυαν τῶν παιδιῶν τὰ Κάλαντα καὶ ὅλοι ἐπιαναν τὸ τζάκι, ἄναβε τὸ καντήλι καὶ θυμιάτιζε ἡ νοικοκυρὰ τὰ εἰκονίσματα μ΄εὐχὲς καλές, γιὰ τὴν ὑγεία, τὴ ζωή, τὸ ἔχος. Τότε πάντρευαν τὴ φωτιὰ μ΄ἀριὰ καὶ δέντρο, μὲ κυπαρίσσι καὶ ἐλιὰ – μ΄ὄνομα τόνα ἀρσενικὸ καὶ θηλυκό το ἄλλο. Ἔτσι, δυνάμωνε τὸ φῶς στὸ σπίτι καὶ ἔφεγγε ἂπ τὸ παραθύρι ὡς πέρα, πέρα στὰ πέρατα τῆς γῆς, εἰρηνικό.

 

 

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΤΗ ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΣΤΟ ΔΕΣΠΟΤΑΤΟ

Διαδώστε:
Ροή Ειδήσεων